Κυριακή, 29 Ιουνίου 2008

ΕΠΙ ΤΑΣ

«— ΓΙΑΝΝΑΡΑ, ΑΔΕΡΦΕ ΜΟΥ…»

ΕΤΣΙ ΞΕΚΙΝΑΕΙ ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ.

ΠΑΝΤΑ ΕΤΣΙ ΜΕ ΕΛΕΓΕ: «ΓΙΑΝΝΑΡΑ».

Από τότε που μεγαλώναμε μαζί, γειτονόπουλα και συμμαθητές στο ίδΓιο θρανίο, σε ένα χωρΓιουδάκι τής Σκύδρας (δεν έχει σημασία σε πΧοιο). Σημασία έχει ότι το χωρΓιό μας έπεφτε πάντα μικρό για τον Νικόλα. Από τότε που άρχισε να καταλαβαίνει τι του γίνεται, λίγο αφότου μπήκε στην εφηβεία, ο Νικόλας το ’ριξε στο ξεφύσημα και στον αναστεναγμό. Θηλιά στο λαιμό του το στενό κάδρο τού χωρΓιού. «Δεν είμαι εγώ για εδώ, ρε Γιαννάρα», μου έλεγε και μου ξανάλεγε. «Γράψε μείον ένας αγρότης στο χωρΓιό, δεν θα πάθει και τίποτα ο τόπος, έτσι και με χάσει, ε;». Τον ένιωθα. Καταλάβαινα πολύ καλά για τι μου μιλούσε. Αλλά εγώ είχα δΓυο αδερφές και μια μάνα (συν έναν πατέρα, σκλάβο τού αλκοόλ), και δεν με έπαιρνε να κάνω όνειρα φυγής. Και δεν έφυγα. Σε αντίθεση με τον Νικόλα, που πήρε τα μπογαλάκια του (τρόπος τού λέγειν, δΓυο αλλαξΧιές ρούχα και μερικά εσώρουχα, μέσα σε έναν κόκκινο Αντίντας σάκο) και άφησε πίσω του μονάχα αναμνήσεις. Ένα πρωί τού Οχτώβρη τού 1988. Κοντά είκοσι χρόνια πριν. Συγγενείς άλλους δεν είχε από μια θΧεια που τον ανέθρεψε (γονείς είχαν σκοτωθεί σε τροχαίο). Εκείνο το πρωί τού Οχτώβρη, αποχαιρετήσαμε τον 20χρονο Νικόλα, τα μπογαλάκια του και τις οικονομίες του (τα καλοκαίρΓια δούλευε πάντα στα ροδάκινα) στον Σταθμό τού τρένου, η θΧεια του κι εγώ, ο αδερφικός φίλος του. Στη θΧεια του είπε ότι πήγαινε στην Αμερική να δουλέψει και ότι θα γύριζε σε πέντε χρόνια, παραλής και σένιος. Η θΧεια του, που ήταν και αλαφρούτσικη στα μυαλά της, το έχαψε σαν μπουκιά ψωμί.

Εγώ ήξερα. Μου είχε εξηγήσει. Θα την έκανε για Καναδά, σε έναν άλλο μπάρμπα του, χωμένο στα κόλπα και μπαζμένο στα κυκλώματα. Είχε ένα όνειρο, και, με λίγη βοήθΧεια κι από τον τσάκαλο τον μπάρμπα του, θα το πετύχαινε πάση θυσία. Δεν θα επέστρεφε, άμα δεν τα κατάφερνε. Ήταν μια μοντέρνα ανάπλαση του σπαρτΧιάτικου «Ή ταν ή επί τας». Ο Νικόλας ονειρευόταν να γίνει ηθοπΧοιός σε αυτό που συγκεκαλυμμένα λέμε «ρεαλιστικό σινεμά». Το είχε αποφασίσει. Μόνο αυτό τού ταίρΓιαζε. Λάτρευε τιζ γυναίκες. Χωρίς τη μυρΓουδΓιά τους στο κορμί του, έμοιαζε ελαττωματικός. Ήθελε πολλές. Τις ήθελε όλες. Ο πρώτος ήταν ή ο τελευταίος;

Για να είμαι ειλικρινής, δεν πίστευα ότι θα μπορούσε να κάνει ούτε το παιδί για τα θελήματα στη βΓιομηχανία τού πορνό. Από αγγλικά, δεν σκάμπαζε, παρά μόνο το ‘γιες’. Και ούτε που είχε βγει ποτέ από το χωρΓιό. Το μόνο του προσόν ήταν η εργατικότητα (σκυλί μαύρο λέμε) και η φιλοτιμία. Και μάθαινε γρήγορα. Έτσι κι έδινε βάση, τα έπαιρνε τα «γράμματα».

Τον πρώτο καιρό, μου έγραφε κάθε 15 μέρες ο Νικόλας. Ήταν καλά, ήταν στον Καναδά, έκανε δουλειές τού ποδαρΓιού, ο μπάρμπας του τον πλάσαρε σε παραγωγούς βρομοταινιών, είχε κάνει και μερικά δοκιμαστικά, μου έστελνε και μερικά δολάρΓια. «Για τη μάνα σου και τις αδερφές σου, ρε Γιαννάρα –δεν έιναι τίποτα, πες πως είναι δανεικά...» Μετά, τα γράμματα όλο και αραίωναν, ώσπου έζβησαν τελειωτικά, και νέα του δεν λάμβανα. Στις δικές μου επιστολές δεν απαντούσε. Άρχισα να ανησυχώ. Με ζώσανε τα φίδΓια.

Παντρεύτηκα, έκανα παιδΓιά, Νικόλας γιοκ, δεν δίνει σημεία ζωής. Ο κόζμος, όμως, είναι μικρός, σαν μια μπάλα ποδοσφαίρου, σαν έναζ βόλος, από αυτούς που παίζουν τα παιδΓιά, και υπό τον ήλιον κρυπτόν ουδέν. Ένα βράδυ που σέρφαρα στο Ίντερνετ, έκανα search στο όνομά του. Χριστός κι Απόστολος και δεκαεφτά κουρσάροι, τι ήταν τούτο; Χιλιάδες αποτελέζματα. Καλώς τον Νίκολας, ρε… Νικ δε μπιγκ, τον λέγανε πΧια στις Αμερικές και τους Καναδάδες, προφανώς εχτιμώντας το μέγεθος της… προσωπικότητάς του. Nick the big, the smiling Greek, a stunning career in adult movies, έγραφε ένας τίτλος από μια ειδική εφημερίδα τού κλάδου του. Του κλάδου τηζ βαρΓιάς βΓιομηχανίας τού κορμιού. Και να ’ταν μόνο αυτό! Ο Νικόλας είχε στήσει δύο δικά του σάητ στο Γουέμπ. www.nickthebig.com, και το www.big-greek.com. “Hi. My name is Nick Nickou, and I alone run this site”, έγραφε στο ένα. Τιμή σου και καμάρι σου, ρε αδερφέ. Και λίγη από το δόξα σου ας αντανακλά και στην ιδΓιαίτερη πατρίδα σου, που γέννησε γκοματζάν πρωταγωνίσταρο.

Με τα πολλά, τσέκαρα και τα σάητ του, αγόρασα και ταινίες του με πιστωτική. Και -εκεί είναι που τον παραδέχτηκα!- παρακολούθησα έναν Νικόλα ντούρασελ, να κάνει τα τρελά του, με τη γνωστή εργατικότητά του. Σαν να μάζευε ροδάκινα στον Κάμπο, τα χρόνια τα παλιά. Κάτω το κεφάλι, και να γεμίζει το τελάρο. ΣπεσΧιαλιτέ του τα όργια με δώδεκα κυρίες… ο άνθρωπος ήταν μηχανή. Πολλούς άλλους άντρες δεν έβλεπες στις ταινίες του, αλλά μου το εξηγεί αυτό στο γράμμα του, που ξεκίνησα να δΓιαβάζω, το πρώτο ύστερα από χρόνια. Τραβάω μια τζούρα χυμό (από τότε που χάσαμε τον χαραμοφάη τον γέρο μου από το ποτό, κομμένα δΓια βίου το αλκοόλ), και συνεχίζω την ανάγνωση:

«— ΓΙΑΝΝΑΡΑ, ΑΔΕΡΦΕ ΜΟΥ,

Ίσως και να ’χεις μάθει τα κατορθώματά μου. Το όνειρό μου εγώ το έκανα πράξη, my brother. 1500 ταινίες, δύο websites, και ό,τι ανωμαλία βάλει ο νους σου… έχω στο ενεργητικό μου. Ασπρίσαν τα μαλλιά μου κι όλεζ μου οι τρίχες στα πλατό, ρε Γιαννάρα. Το μόνο που είχε αρχίσει να με ενοχλεί, ήταν να παίζω με άλλους άντρες στην ίδΓια σκηνή. Με φρίκαρε. Σιχαινόμουν τους άλλους άντρες. ΧώρΓια που από κατήγορος, σ’ αυτού τού είδους τα έργα, μπορεί να βρεθείς κατηγορούμενος, if you know what I mean. Eιδικά κάτι μαύρους νταγλαράδες, τελείως χαϊβάνια, απολίτιστους και άπιστους (ξέρεις εγώ, πιστεύω στην Παναγιά, κι ακόμα πάω στην εκκλησία τις ΚυρΓιακές, και κάνω ανελλιπώς τον σταυρό μου, πριν πΧιάσω δουλειά…) … ε, ειδικά τούζ blacks τούς φοβόμουνα, και έτσι σταμάτησα να παίζω με άλλους άντρες. Όλα καλά, αδερφάκι μου, κι όλα ωραία, και δε μασάω από τίποτα, και τις εξετάσειζ μου τις κάνω ταχτικά, και κατάγερος είμαι, και από λεφτά να φαν κι οι κότες, αλλά το ντέρτι δεν παλεύεται, ρε γαμώτο!
ΠΧοιο ντέρτι; Θα σου εξηγήσω.
Γρήγορα, μυρίστηκα ότι η αγορά αγαπά τα μη-συνηθιζμένα, τα όχι τυπικά, και έτσι, εδώ και δΓυο χρόνια, έβαλα μπροστά ένα πρότζεκτ με νάνους. Δηλαδή, με νανίνες. Με female dwarves, που λέμε κι εμείς εδώ. Και πάλι όλα καλά. Πώς στο δΓιάολο πήγα και στούκαρα και ερωτεύτηκα μια νανίνα, Σέριλ την λένε, τα μισά από μας χρόνια έχει; Τι κλικ έγινε στην ψυχή μου, μπορείζ να μου πεις; Για εμένα, ρε Γιαννάρα, έχουν αυτοκτονήσει γυναίκες, να ξέρεις. Τρεις. Επειδή δεν ήθελα να βγω μαζί τους μετά τη δουλειά, και το έπαιζα αυστηρός και σώνει και ντε στυγνός professional, και όχι οικειότητες και τρυφεράδες. Η τρίτη με καταράστηκε με βαρΓιά κατάρα. Και έπΧιασε, θαρρώ, η κατάρα τήζ μακαρίτισσας, και να με στο φουλ καψούρης. Με τη Σέριλ, τη νανίνα, μισή μερίδα άνθρωπο, μα για εμένα η Παναγιά μου. Να μη σου τα πολυλογώ, η Σέριλ μού το έχει ξεκόψει. Βλεπόμαστε μόνο επαγγελματικά. Μόνο στο σετ. Είναι ερωτευμένη με έναν νάνο, και ετοιμάζεται να τον παντρευτεί η βρόμα. Ρε, χρυσή την έκανα. Ρε, κλαίω για τη χαμένη –με πΧιάνεις; Το καταλαβαίνεις; Ασύλληπτο. ΖμάρΓια από γυναίκες τρέχουν ξοπίσω μου, και εγώ (μα να με μουντζώσεις δεν είμαι;) δεν έχω μάτΧια παρά μόνο για τη Σέριλ! Όνειδος, ρε μπρο. Καταστροφή. Κλείνω τις φορολογικέζ μου εκκρεμότητες με το αμερικανικό ΔημόσΧιο, κι ετοιμάζομαι να επιστρέψω, Τζονάρα! Actually, τώρα που θα δΓιαβάζεις τιζ γραμμέζ μου τούτες, ίσως και να είμαι στο τρένο…»

Δίνω μια και δίνω δΓυο, και με την τρίτη, είμαι στον Σταθμό τού τρένου. Ο παλαβός το ’πε και το έκανε! Με τον ίδΓιο κόκκινο, πολυκαιριζμένο πΧια, Αντίντας σάκο.
«— Α, ρε Νικόλα! Εσύ τελικά επέστρεψες επί τας!», του λέω, καθώς τον αγκαλιάζω.
«— Ορίστε, Γιαννάρα; Τι θεζ να πεις μ’ αυτό;»
Τίποτα. Κάτι δικά μου.

Γιάννης Γεωρ. Σημαντήρας
λίγο πριν από την ηχογράφηση του επί τας στους ραδΓιοθαλάμους τής αγγελάκη έξι (self portrait κι έτσι)

Σάββατο, 28 Ιουνίου 2008

one more story. monday30june08 @ midnight, on 95,8FM.


Άλλη μια ιστορία θα λάβει την άγουσα προς τα ερτζΓιανά (ελληνικά τού κώλου, αλλά πώς τα κόβει κανείς;) μεσάνυχτα Δευτέρας (εντάξει, ακριβολόγοι μου, δώδεκα και πέντε), 30 Ιουνίου 2008, στον 95,8FM τής ΕΡΤ3. Την ηχογράφησε ο ηχολήπτης Παναγιώτης Γερομανώλης στο production τού 95,8, στην Αγγελάκη 6, βράδυ Παρασκευής, 27 Ιουνίου. Λίγο πριν μπω στο στούντιο, έστησα τα συμπράγκαλά μου (έτσι γράφεται αυτό;) να ποζάρουν για μια καθΧιερωμένη εθιμοτυπική φωτογραφία. Η ιστορία δεν θα λέγεται 83. Το καπέλο δεν συναρτάται με κανέναν τρόπο με το περΓιεχόμενο της ιστορίας.

Γ.

[ακουστικά: Sennheiser, νερό: Voss γυάλινο, μαρκαδοράκι: Faber-Castell, ντοσΧιές: Leitz, καπέλο: Οviesse]

------------------------------------------------------------------------------------------------

Ώσπου να δει το φως τής δημοσΧιόητας (ελληνικά τού κώλου, αλλά πώς τα κόβει κανείς;) η νέα ιστορία, ακολουθεί ένα ποιηματάρΓιον, το οποίο απήγγειλα τα μεσάνυχτα της Πέμπτης 26 Ιουνίου 2008 στα δΓιαμάντΓια. Με την ον έαρ απαγγελία τής πρώτης βερσΧιόν του, άρχισε η εκπομπή. Με την απαγγελία τήζ δεύτερης εκδοχύς, τελείωσε η εκπομπήου.

«ΒΡΑΖΟΥΝ»
,
ΤΑ ΚΑΥΤΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΑ ΒΡΑΔΓΙΑ,

τα σκουπίδΓια.
Τα σκουπίδΓια, που ασφυχτιούν μες στις σακούλες απορριμμάτων.
Μες στους κάδους στουζ δρόμους. Μες στα δοχεία στα σπίτΧια μας. Μέσα στα απορριμματοφόρα τού Δήμου,
που τα αλέθουν και τα πολτοποιούν.
Αλλοιώνονται τα τρόφιμα στα σκουπίδΓια. Χαλάνε οι ελιές. Πώς θα σαπίζουν άραγε οι μαύρες ελιές;
Τα πεταμένα φαγητά μουχλιάζουν γρήγορα από τη ζέστα. ΠΧοιος έχει δει μουχλιαζμένες λαδερές γεμιστές πιπερΓιές;
Εγώ έχω δει, και το θέαμα ήταν πολύ τού γούστου μου. Σαπίλα, ρε. Αληθινή σαπίλα. Σήψη.
Αρχίζουν και μυρίζουν οι εκκρίσεις των αντρών και των γυναικών, στα χαρτΧιά και στα βαμβάκια υγιεινής.
Χορεύουν οι ποντικοί στις χωματερές, ανασύροντας ευρήματα.
Φλούδες από καθαριζμένα μήλα, τσόφλια από αβγά, τόνερ από λέηζερ εκτυπωτές, με μαύρη μελάνη σε σκόνη να μαυρίζει το άσπρο τσόφλι τού αβγού.
Σαλιωμένες χαρτοπετσέτες, μυξωμένα χαρτομάντιλα, λασπωμένες μπανανόφλουδες, γλιτσΧιαζμένες κονσέρβες τόνου… χυμοί με ζάχαρη που κολλάνε, παγωτά λιωμένα με τιζ μύγες πάνω τους.
Και πολλά άλλα. Η απόληξη της κατανάλωσης χαραχτηρίζεται από ποικιλία.
Εμείς κοιμόμαστε (...και όλα τα εις «-όμαστε») και τα σκουπίδΓια μας βράζουν και σήπονται…
--- . ---
«ΒΡΑΖΟΥΝ»,
ΤΑ ΚΑΥΤΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΑ ΒΡΑΔΓΙΑ
,
τα σκουπίδΓια.
Τα σκουπίδΓια, που ασφυχτιούν μες στις σακούλες απορριμμάτων.
Μες στους κάδους στουζ δρόμους. Μες στα δοχεία στα σπίτΧια μας. Μέσα στα απορριμματοφόρα τού Δήμου,
που τα αλέθουν και τα πολτοποιούν.
Αλλοιώνονται τα τρόφιμα στα σκουπίδΓια. Χαλάνε οι ελιές. Πώς θα σαπίζουν άραγε οι μαύρες ελιές;
Τα πεταμένα φαγητά μουχλιάζουν γρήγορα από τη ζέστα. ΠΧοιος έχει δει μουχλιαζμένες λαδερές γεμιστές πιπερΓιές;
Εγώ έχω δει, και το θέαμα ήταν πολύ τού γούστου μου. Σαπίλα, ρε. Αληθινή σαπίλα. Σήψη.
Αρχίζουν και μυρίζουν οι εκκρίσεις των αντρών και των γυναικών, στα χαρτΧιά και στα βαμβάκια υγιεινής.
Χορεύουν οι ποντικοί στις χωματερές, ανασύροντας ευρήματα.
Φλούδες από καθαριζμένα μήλα, τσόφλια από αβγά, τόνερ από λέηζερ εκτυπωτές, με μαύρη μελάνη σε σκόνη να μαυρίζει το άσπρο τσόφλι τού αβγού.
Σαλιωμένες χαρτοπετσέτες, μυξωμένα χαρτομάντιλα, λασπωμένες μπανανόφλουδες, γλιτσΧιαζμένες κονσέρβες τόνου… χυμοί με ζάχαρη που κολλάνε, παγωτά λιωμένα με τιζ μύγες πάνω τους.
Και πολλά άλλα. Η απόληξη της κατανάλωσης χαραχτηρίζεται από ποικιλία.

Κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά τα βρόμικα και πεταμένα υλικά, ελπίζω να σαπίζουν (να έχουν σαπίσει για τα καλά)
και τα γεμάτα απόγνωση γράμματα, που σου είχα στείλει πέντε καλοκαίρΓια πριν.
Από το να είναι τα χειρόγραφά μου στα παλιόχερά σου,
προτιμώ να σαπίζουν λασπωμένα σε κάπΧοια μακρινή και άγνωστη χωματερή.

ΓΣ

Σάββατο, 21 Ιουνίου 2008

...αλλά στην εκτέλεση των Los Lobos, ε;

ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΚΑΝΕΙΣ ΝΑ ΠΕΙ ΟΤΙ ΕΙΜΑΙ Ο ΟΡΙΖΜΟΣ ΤΗΣ ΧΡΥΣΗΣ ΜΕΤΡΙΟΤΗΤΑΣ.
ΜΕΤΡΙΟΥ ΑΝΑΣΤΗΜΑΤΟΣ (1,75) ΚΑΙ ΜΕΤΡΙΑΣ ΗΛΙΚΙΑΣ (47).
ΜΕΤΡΙΑΣ ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΜΕΤΡΙΑΣ ΜΟΡΦΩΣΗΣ.
Για τη μόρφωση, θα συμπλήρωνα ότι εκ πεποιθήσεως παραμένω μέτριας μόρφωσης. Ενώ μού δίνεται η ευκαιρία να γεμίσω τα κενά τήζ γνώσης, να βουλώσω τις τρύπες τής αμαθησΧιάζ μου (της ημιμάθειάζ μου, σωστότερα), εγώ συνειδητά επιλέγω να πατάω φρένο στον δρόμο προς την καλλιέργεια και την απ’ όλους λεγόμενη δΓιεύρυνση των πνευματικών οριζόντων (μου). Όσα χάζματα μάθησης έχω, άλλα τόσα χάζματα απραξίας έχω στη δουλειά μου. Λένε και κάτι άλλο: καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή. Α, πόσο συμφωνώ με το ρητό τούτο. Καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή, αλλά στη δική μου τη δουλειά έχω, συχνά, οπή. Οπή απασχόλησης. Ραστώνη. Πώζ να το πω;

Είμαι έναζ μέτριος άνθρωπος, που μιλάει μετρίως και γελάει μετρίως. Δεν σαχλαμαρίζω, δεν χαχανίζω, δεν σπαταλιέμαι σε βλακείες κι ανοησίες. Αυτά τα μάλλον προτερήματά μου, συν το ότι κατέχω -μέτρια, προς το καλά- πέντε πολεμικές τέχνες μέτρησαν, για να με ξεχωρίσει το αφεντικό μου, και να με περιβάλλει με εμπιστοσύνη. Είπαμε, είμαι μετρίως μορφωμένος: ένα «περιβάλλει με εμπιστοσύνη» μπορώ να το πω. Το αφεντικό μου, ο Γιώργος Γεωργιανός (ψευδώνυμο εξυπακούεται), έχει δημιουργήσει, με σκληρή και μεθοδική και επίμονη δουλειά, δέκα ετών, ένα -για να λέμε τα πράματα με το όνομά τους- πορνείο πολυτελείας. Έναν περιφερόμενο θίασο από θηλυκές, χμ, συνοδούς. Ντιλίβερι κοριτσΧιών και κυριών. Εγώ είμαι ο συνοδός των συνοδών αυτών. Πηγαίνω τα κορίτσΧια του Πρακτορείου μας, που λέγεται -ξέχασα να σας πω- ‘Ηδονική Εχεμύθεια’ στους πελάτες, και περιμένω να τελειώσουν την επίσκεψή τους, και να τις ξανασυνοδέψω στο επόμενο ραντεβού ή όπου αλλού χρειαστεί τελοσπάντων.

Πώζ να μην έχω ρήγματα απραξίας, στις ατέλειωτες ώρες τής αναμονής; Αν και είμαι εκπαιδευμένος να έχω τον νου μου. Τα μάτΧια μου τετρακόσΧια! Αλλά, όσο να πεις, και οι πελάτες είναι πΧια στανταριζμένοι και γνωστοί, και τα κορίτσΧια έμπιστα… και όλα ρέουν ομαλώς και άνευ προβλημάτων. Περιμένοντας τα κορίτσΧια, δΓιαβάζω. Αλλά, επειδή, όπως τόνισα, παραμένω εκ πεποιθήσεως μέτριας μόρφωσης, δΓιαβάζω πολλά βιβλία, από Φιλοσοφία, Μαθηματικά και Ψυχανάλυση, μέχρι ροζ μυθιστορήματα των ΛιβανοΚαστανιώτηδων, όμως το καθένα μέχρι τη μέση, και αυστηρώς μέχρι τη μέση, χωρίς παρασπονδίες. Έχω άποψη για τον κόζμο μας. Αλλά μισή. Είμαι του «ημι».

Με κορίτσι από το Πρακτορείο μας δεν έχω πάει ποτέ. Δεν μου το απαγόρεψε κανείς. Εγώ το αποφάσισα εξαρχής. Όπως συνηθίζω να τις πειράζω, όταν βγαίνουμε όλες μαζί, και το αφεντικό μου κι εγώ για φαγητό έξω, δηλαδή βρέξει-χιονίσει μια φορά τον μήνα: «α, ρε κορίτσΧια, χάσατε έναν εκρηχτικό εραστή, αλλά κερδίσατε έναν αληθινό φίλο»… εννοώντας εμένα.

Δέκα χρόνια τώρα, δουλεύω στην ‘Ηδονική Εχεμύθεια’, κι οι δουλειές παν από το επικερδές στο επικερδέστερον. Τα κορίτσΧια τα προσέχουμε σαν τα μάτΧια μας, και έτσι δεν έχουμε απώλειες, παρά μόνον αναπόφευχτες αποσύρσεις λόγω ηλικίας, οπότε και το ρόστερ μας συμπληρώνεται αυτομάτως με new entries. New entries έχουμε και στο πελατολόγιο, αλλά όχι και πολύ ταχτικά. Μας αρκούν οι δοκιμαζμένοι συνεργάτες, καθώς υπογραμμίζει το αφεντικό, που αγαπά να αναφέρεται στους πελάτες, αποκαλώντας τους συνεργάτες. Όσο τσουλάει η δουλειά, δεν έχουμε ανάγκη νέων συνεργατών, Αντρέα, μου επαναλαμβάνει. Κάθε νέο κι επικίνδυνο, Αντρέα…

Ο πΧιο νέος πελάτης ή συνεργάτηζ μας είναι ο Τέπης Μαχτές, και εδώ δεν ξέρω να βεβαιώσω αν πρόκειται για ονοματεπώνυμο ή για ατυχία στο όνομα. Εκείνο για το οποίο βάζουμε τα χέρΓια μας στη φωτΧιά, και ο αφεντικόζ μου κι εγώ, που συχνά απαντώ και στο τηλέφωνο, είναι ότι ο Τέπης Μαχτές είναι ο ευγενέστερος πελάτης μας. Συνεργάτηζ μας, εντάξει, αφεντικό. Συνεργάζεται μαζί μας έξι μήνες τώρα, και παραγγέλνει ερωτική τροφή (δική του η ορολογία) τρεις φορές την εβδομάδα. Χμ, αξΧιοσημείωτη σταθερότητα. Έχει δοκιμάσει όλα τα κορίτσΧια μας. Δεν έχει πρόβλημα με καμία, και τις παραγγέλνει κυκλικά. Δηλαδή, παραγγέλνει τη μία, μετά την άλλη… ώσπου συμπληρώνεται το πάνελ, και μετά φτου κι απ’ την αρχή. Κι όμως, παρά την αγγλοσαξονική καλοτροποσύνη τού Τέπη Μαχτέ, κάθε κορίτσι που έχει ραντεβού με τον Τέπη, φεύγει από το σπίτι του στα πρόθυρα νευρικής κρίσης.

Η Τζία, που είναι έμπειρη κοπέλα, τις προάλλες βγήκε κλαμένη από την εξώπορτα του Μαχτέ. «Τι έχεις, ρε Τζία;» Σιγή.
Η Τζίνα, που είναι από τους πΧιο γελαστούς και καλόβολους ανθρώπους στη Γη, έφυγε τρέμοντας, ύστερα από την πολλοστή επίσκεψή της στον Μαχτέ. «Τζίνα, τι σου έκανε, ρε κορίτσι; Χρειάζεται να επέμβω;». Τ’ αμίλητο νερό η Τζίνα.
Ακόμη κι η Τόρυ, μια τριαντάχρονη φλεγματική Σκοτσέζα, μανούλα στην αταραξία, καθοδόν προς το Πρακτορείο από το σπίτι τού Μαχτέ, έβγαλε ξαφνικά μια γοερή κραυγή πολλών ντεσιμπέλ μες στο αμάξι. Tory, is he cruel? την ρώτησα. Πάτησε τα γέλια τα νευρικά… Και μετά από λίγο: He’s a fine gentleman. But maybe he’s mentally cruel.
Mentally cruel? Ήταν και η μόνη πληροφορία, που κατόρθωσα να αποσπάσω για τον Μαχτέ. Τι εννοεί η Τόρυ;

Προχτές, βγήκαμε όλο το προσωπικό και ο αφεντικός έξω, στην καθιερωμένη συνάντησή μας για φαγητό, σε ένα Κλαμπ στην Εκάλη, όπου έπαιζε ένας συνεργάτης DJ. Σωστός παίχτης. Και με εύστοχες μουσικές επιλογές. Όλα τα κορίτσΧια τον παραδέχονταν για τα τραγούδΓια που δΓιάλεγε. Και όλες χόρευαν ανέμελα. Ώσπου, ο ντιτζέης είχε την έμπνευση να βάλει ένα τραγούδι, που εγώ τουλάχιστον είχα κάτι χρόνια να ακούσω, αν και το θεωρώ, μερικές φορές, ημικαγκορέ. Το La Bamba με τους Los Lobos. Mε το που έπεσαν οι πρώτες νότες, τα κορίτσΧια τι στο δΓιάολο, σεληνιάστηκαν; Άρχισαν να ουρλιάζουν σαν τέρατα, και να λένε όλες μαζί «πάμε να φύγουμε, πάμε να φύγουμε αμέσως!». H, δε, Τόρυ ξέσπασε σε ένα σπαραχτικό ‘No More!’. Σαστιζμένοι ο αφεντικός κι εγώ, πληρώσαμε και σαλπίσαμε αλαφΧιαζμένα υποχώρηση.

Ρε, Αντρέα, μου λέει την επομένη ο μπος, δες, ρε παλικάρι μου, σε παρακαλώ, τι συμβαίνει με τα κορίτσΧια. Τους τελευταίους μήνες, συμπεριφέρονται ανεξήγητα. Ήταν κι αυτό το χτεσινό…

Ήμουν βέβαιος ότι όλα άπτονται του Μαχτέ. Γι’ αυτό και την επομένη, που η Μαρί, μια ΕλληνοΓαλλιδούλα λεβέντισσα, είχε ραντεβού με τον Τέπη, έκανα κάτι που δεν το είχα κάνει ποτέ μου. Ξεκλείδωσα με πασπαρτού την πόρτα, για να παρακολουθήσω τι στα κομμάτια κάνει αυτός ο Μαχτές. Ήμουν πολύ περίεργος (συν ότι είχα κι ευθύνη). Τα κορίτσΧια ήταν εκπαιδευμένα σε αφόρητες ανωμαλίες και σε αυτό που πολλοί θα ονόμαζαν ‘δΓιαστροφές’. Τι ανωμαλία, τι δΓιαστροφή είχε ο Τέπης, και βασάνιζε τις κοπέλεζ μας;

Ο Τέπης «έκλεινε» τα κορίτσΧια πάντα για τριάντα λεπτά. Θα έκανα υπομονή για μισή ώρα να τον βλέπω και να τον ακούω εν ώρα δράσης (που δεν το είχα καθόλου όρεξη), για να διαπιστώσω ιδίοις όμμασι τι συμβαίνει. Πρέπει να πω ότι ήταν η πΧιο αβάσταχτη μισή ώρα τήζ ζωήζ μου. Ο Τέπης, ως εραστής, ήταν όπως ήταν ως πελάτης. Ευγενέστατος. Βολικός. Χωρίς την παραμικρή ιδΓιοτροπία. Δεν ζητούσε τίποτα από τη Μαρί, παρά μόνο το λεγόμενο κλασικό, το οποίο έκανε με αλάνθαστο ρυθμό. Με τον ρυθμό που του έδινε το Λαμπάμπα των Λος Λόμπος, που επί μισή ώρα έπαιζε συνεχώς, απανωτά, φορά με τη φορά, δΓιαδοχικά, στη δΓιαπασών στο πανάκριβο στέρεό του. Χαμογελούσε, δε, καθόλη τη δΓιάρκεια, σαν μικρό παιδί. ΧώρΓια που χάιδευε και τρυφερά τα μαλλάκια τηζ Μαρί. Κι από όσο μπορούσα να ακούσω, αποκεί που ήμουν, μουρμούριζε συνεχώς τα λόγια του Λαμπάμπα, άλλοτε με τους ορίτζιναλ στίχους, άλλοτε με «τραλαλαλα-λαλαλα….». Στη μισή ώρα απάνω, ο Τέπης εκσπερμάτωσε, σαν κουρδιζμένο ρομπότ, πλήρωσε, φίλησε γλυκά τη Μαρί, και την αποχαιρέτησε, λέγοντάς της «άιντε, Λαμπάμπα!».

Πηγαίνω τη Μαρί στο σπίτι της, και της εξηγώ ότι τα είδα όλα. Σ’ όλο τον δρόμο είναι σαν αποχαυνωμένο ζόμπι. Παρούσα-απούσα. Και έχει μια θλιμμένη όψη στο πρόσωπό της…
ΔΓυο κουβέντες μου είπε όλες κι όλες, και αυτές τις μεταφέρω αυτούσιες:
Αντρέα, έχουμε δοκιμάσει όλες τα πάντα. Μας έχει σπάσει τα νεύρα αυτός και το Λαμπάμπα του. Του πήραμε για δώρο μια συλλογή τήζ Rhino Records, με το Λαμπάμπα σε δΓιάφορες εκτελέσεις, μπας και σπάσει η μονοτονία λίγο, να ανασάνουμε και να βρούμε ξανά την ψυχική ισορροπία μας. Τίποτα αυτός. Αμετάπειστος. Δεν την έπαιξε ούτε μια φορά. Κι όταν τον ρωτάμε τι ανάγκη έχει το Λαμπάμπα πάνω στον έρωτα, απαντά σταθερά: «Μου δίνει ρυθμό, ρε κορίτσΧια. Αλλά στην εκτέλεση των ΛοςΛόμπος, ε;»Γιάννης Γεωρ. Σημαντήρας

[ εικονίζονται οι (ημικάγκορ;) Λος Λομπ ]

one more story

Έρχεται!
Ακόμη μια ιστορία μας.
Στον 95,8FM τής ΕλληνικήςΡαδΓιοφωνίαςΤηλεόρασηςΤρία.
ΜεσάνυχταΔευτέρας23Ιουνίου2008.
Στη φωτό τής συναδέλφισσας Μαρίας Βασιλειάδου: σαχλαμαρίζοντας, λίγο πριν από την ηχογράφηση της ιστορίας από τον ηχολήπτη μας, Δημήτρη Σάτκα, την Παρασκευή20Ιουνίου2008.

Γ.

Κυριακή, 15 Ιουνίου 2008

TZOANNA

ΚΑΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΑΥΤΗΣ …ΤΖΟΑΝΝΑ. Τ-Ζ-Ο-Α-Ν-Ν-Α.
Η Τζοάννα βάλθηκε να κάνει μια δουλειά, που να ταιρΓιάζει με το όνομά της. Ή δΓιάλεξε επιτούτου το ‘Τζοάννα’, ως συμβατό με την επαγγελματική δραστηρΓιότητά της. Ό,τι από το δύο κι αν ίσχυε, είτε το η κότα έκανε το αβγό είτε το το αβγό έκανε την κότα, Τζοάννα και επάγγελμα-Τζοάννας έδειχναν, ασούμε, συμφιλιωμένα. Τώρα -θα πει κανείς- τι θα μπορούσε να κάνει, τι θα μπορούσε να επαγγέλλεται μια Τζοάννα; Θα μπορούσε να ήταν …πορνοστάρ. Μια στιγμή! Όχι σκέτο «πορνοηθοποιός», ούτε καν «πρωταγωνίστρια» σε πορνό ταινίες. Σταρ-σταρ-σταρ τής πορνοβΓιομηχανίας. Θα ’θελε. ΑλήθΧεια το λέω, δεν ειρωνεύομαι. Η Τζοάννα το είχε όνειρο -όνειρο ανομολόγητο- να δΓιαπρέπσει στο σινεμά-για-ενήλικες. Και, λίγο πριν την πάρει ο ύπνος, πάντα φανταζόταν σκηνές ομαδικού έρωτα με πολλά αγόρΓια. Όπα και πλεονέχτρα η Τζοάννα! Στις σκηνές ετούτες τής ονειροφαντασΧιάς της, η Τζοάννα βρισκόταν πάντα στο κέντρο, και τα αγόρΓια, καμιά ντουζίνα το λιγότερο, κάνανε κύκλο γύρω της. Οι ψυχαναλυτές θα γνωμάτευαν ανάγκη της να κλέβει την παράσταση, και να είναι στο επίκεντρο και στο φως των προβολέων. Θα συμφωνούσα με τους ψυχαναλυτές, όχι επειδή τους έχω σε εχτίμηση (κάθε, μα κάθε άλλο: τους σιχαίνομαι πΧιο πολύ κι από τους αστυνομικούς), αλλά επειδή την είχα ζήσει την Τζοάννα.

Κι ήρθε η ώρα να αποκαλύψουμε τι έκανε για τα προς το ζην η Τζοάννα μας. Ήταν μοντελοειδές, όπως ημιχαϊδευτικά έλεγα εγώ. Για να μην την χαραχτηρίσω -μιας και την συμπαθούσα πολύ- όπως την ανέβαζαν και την κατέβαζαν οι ψηλομύτισσες της Πανοραμίτικης Μπουρζουαζίας, δηλαδή «γλάστρα». Ε, κι εγώ πού την είχα ζήσει; Και τι σημαίνει αυτό το «μοντελοειδές»; Η Τζοάννα απασχολιόταν, δεν ξέρω καν αν δούλευε, και με πΧοιους όρους, με πΧοια συμφωνία και με πΧοια αμοιβή, σε ένα Γραφείο ΔΓιοργάνωσης Εκδηλώσεων, από τα πΧιο ονομαστά. Ας το ονομάσουμε ‘Events Projects’. Το είχε μια γλυκιά, καλοστεκούμενη πενηντάρα, μια από τις πΧιο σικάτες κυρίες τής Θεσσαλονίκης, η Ζαζά Μαρτελίνη. Εγκαίνια καταστημάτων, λανσάριζμα νέων προϊόντων, μικρές δΓιαφημιστικές υπηρεσίες, επιλεγμένες συναυλιακές βραδΓιές, κυρίως lounge-jazz, ό,τι μπορούσε να έχει σχέση με τον κλάδο των Δημοσίων Σχέσεων και της Προετοιμασίας και της Υλοποίησης Σχεδίων για Εκδηλώσεις, το ‘Events Projects’ αναλάμβανε να τα δΓιεκπεραιώσει. Και έφερνε εις πέρας την αποστολή του, πάντα με λαμπρή επιτυχία. Η Τζοάννα ήταν απ’ όλα. Όχι λίγοαπ’όλα. Πολύαπ’όλα, σε κάθε πετυχημένη βραδΓιά τήζ Ζαζάς. Συμμετείχε στην εκπόνηση του στρατηγικού σχεδΓιαζμού (όχι, δεν μπορώ να το πΧιο βαρυγδουπέξ), μιλούσε με τον τυπογράφο (που γούσταρε τρελά να της τον… έλα, όλοι καταλαβαίνουμε…) για τις προσκλήσεις, υποδεχόταν τους καλεζμένους, χαμογελαστότατη. Και σχεδόν πάντα, με άσπρο πουκάμισο και μαυρομπλέ υφαζμάτινη μίντι φούστα. «Πάλι αυτήν τη στραβοπόδαρη κοιτάς;», με πείραζε μουτρωμένη η γυναίκα μου, όταν η ματΧιά μου έπεφτε στα γονατάκια της Τζοάννας, «απορώ τι τηζ βρίσκεις». Της έβρισκα τα ξανθά της χειμαρρώδη μαλλιά. Την αθωότητα στο βλέμμα της. Αλλά και μια λαγνεία, που εγώ ανίχνευα πάνω της… αν και δεν μπορείς ποτέ να πάρεις όρκο για κανέναν. Μπορεί η Τζοάννα να ήταν ένας στόκος και μισός (και στο κρεβάτι, εννοώ). Τα μονόχρωμα, επισημίστικα, χαμηλά γοβοειδή παπουτσάκια της. Αλλά, φυσικά, δεν τόλμησα ποτέ να τα αναλύσω και να τα ξηγήσω όλα αυτά στη γυναίκα μου.
Τυχαίοι περαστικοί (ή και καλεζμένοι) στις συγκεντρώσεις τούτες τού ‘Εvents Projects’ θα είχαν πάθει χοντρό λώλαμα με την Τζοάννα. Τη μια την έβλεπαν σε κατάστημα με ντιζαϊνάτες πένες, την άλλη σε μαγαζί με ακριβά ασημικά, την άλλη σε κοκτέιλ-πάρτι αυτοκινητοβΓιομηχανίας… μα πόσες δουλειές άλλαξε αυτό το κορίτσι, θα έλεγαν, γιατί δεν στερΓιώνει πουθενά; Δεν ήταν υποχρεωμένοι (ή δεν είχαν την απαιτούμενη αντίληψη) να εννοήσουν ότι η Τζοάννα είχε στερΓιώσει στη Ζαζά Productions, όπως έλεγα εγώ το ‘Events Projects’.

Την Τζοάννα την είχα ζήσει, λοιπόν, και ως καλεζμένος και θεατής και συστηματικός παρατηρητής των events, αλλά και από πΧιο μέσα. Εκείνη την εποχή, τέλη 1998 με 2000, η Ζαζά είτε με συμβουλευόταν για δΓιάφορα ζητήματα, που ξεφύτρωναν κάθε τόσο, ζητήματα σχετικά με κείμενα. Είτε μού ανέθετε, στις πΧιο σοβαρές των περιπτώσεων, πληρώνοντάζ με -όχι πάντα ικανοποιητικά- να γράψω τα κείμενα ή να κάνω τιζ δΓιορθώσεις. Για προσκλήσεις. Κόνσεπτ και δημιουργικό copywriting δΓιαφημίσεων. «Έλα, βρε Γιάννη, θα μου κάνεις μέχρι αύριο κάτι ψιλοδΓιορθωσούλες σε ένα κειμενάκι» (αχ, αριστοτεχνισσούλα των υποκοριστικών, Ζαζά!) «που μου έστειλαν από ένα καινούρΓιο μπαρ στη Μητροπόλεως, και δεν βγάζω νόημα;». Ακόμα τότε δεν είχαμε Ίντερνετ, και αναγκαζόμουν να πηγαίνω τιζ δισκέτες με το υλικό στο Γραφείο τήζ Ζαζάς, κάπου στην Ικτίνου. Εκεί, συναντΓιόμουν με την Τζοάννα. Πάντα με ρωτούσε, με το γνωστό -ή ηλίθΧιο ή παιδικό, ποτέ δεν κατάλαβα- χαμόγελό της «— Τι κάνετε;» ή «— Τι κάνετε, κύριε Γιάννη;». Τις έλεγα τι κάνω, αλλά ποτέ δεν βρήκα το κουράγιο να της πω τι θέλω να κάνω. Τι θέλω να ΤΗΣ κάνω. Και τα μάτΧια μου εκείειει, στα στραβά, άσπρα γονατάκια της. Δεν αποκλείω να με είχε πάρει πρέφα…

Εν ολίγοις, η Τζοάννα ήταν μια μικρή πριγκιπέσσα στο Ζαζά Productions ή ‘Events Project’. Ώσπου, άνοιξαν οι δουλειές, και δεν έβγαιναν μόνο με μία κοπέλα, και δημιουργήθηκε ανάγκη και για δεύτερο (άτομο, τι άλλο;), και η Ζαζά προσέλαβε (μυρίζομαι, μάλιστα, με πΧιο πολλά φράγκα) μια δίμετρη κουκλάρα, που είχε κάνει και τηλεόραση, ένα γυναικόπουλο ζαλιστικής ομορφΧιάς (και με πολύ πΧιο λεπτούς τρόπους από την Τζοάννα). Μοιραία, η Τζοάννα τέθηκε στο περιθώρΓιο. Από τα πράγματα. Μόνο του έγινε. Μόνο εγώ εξακολουθούσα να τηζ δίνω σημασία στις εκδηλώσεις. Όλος ο πληθυζμός (ακόμη και οι γυναίκες) έτρωγε με τα μάτΧια την άλλη, τη δίμετρη, μια Λίλα… κάπως έτσι.

Η πρώην Ιωάννα από τον Εύοζμο ένιωθε μειονεχτικά απέναντι στη σπουδαγμένη στην Ιταλία Λίλα. Οι γκόμενοι δεν την γέμιζαν. Τους άναβε και τους παρατούσε. Σε ελάχιστους έκανε την τιμή να τους φιλήσει… Και κοιμόταν μόνη της τα βράδΓια στο σπίτι. Στο δωμάτιο που μοιραζόταν με τον αδερφάκο της, κάπου στον Εύοζμο. Η Τζοάννα. Όλα αυτά τα έμαθα εκ των υστέρων, από μισόλογα τηζ Ζαζάς, κι από κουβέντες φίλων, που της την έπεσαν… Εγώ δεν της την έπεσα ποτέ. Αμφιβάλλω αν ένιωσε κάπΧοια στιγμή ότι με έφτΧιαχνε το όλον της –και οι λεπτομέρειές της. Αμφιβάλλω αν με θυμάται καν...
Αν και τις προάλλες, σε ένα μανάβικο στην Ολύμπου, όπου αγόραζα μπανάνες και αγγουράκια, σαν να άκουσα, έχοντας βγει κι έχοντας καβαλικέψει το μηχανάκι, για να την κοπανήσω, ένα «— κύριε Γιάννη! Τι κάνετε;» από γυναικεία φωνή, που της έμοιαζε! Φορούσα κράνος, και μέχρι να καλοκαταλάβω τι γίνεται, μια σιλουέτα (ναι, στα κυβικά τής Τζοάννας) απομακρύνθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση. ΔΓιαολίστηκα τότε. Και έφερα γύρα, με το μηχανάκι, όλο το τετράγωνο. ΚάπΧοια στιγμή, χωρίζ να με πάρει μυρουδΓιά αυτή, εγώ, εποχούμενος, την έχω ακριβώς απέναντί μου. Δεν ήταν δυνατόν να είναι η Τζοάννα αυτή! Τηζ λείπανε δόντΓια (πού είναι το κολγκεϊτίσΧιο χαμόγελό της;). ΚαμπούρΓιαζε. Τα ρούχα της βρομερά, και τα μαλλιά της κολλημένα από τη λίγδα! Να σταματάει τους δΓιαβάτες στο πεζοδρόμιο: «μήπως έχετε μισό ευρώ, να πάρω ένα σάντουιτς;». Α drug problem that existed. Aλίμονο! Μπα, αποκλείεται να είναι η Τζοάννα αυτό το τζανκάκι. Κάνω να φύγω, όταν το βλέμμα μου γαζώνει ασυναίσθητα τη μίντι-μαυρομπλέ φούστα της, και σκανάρει τα λευκά της γόνατα. Ήταν στραβά. Τα γόνατα που δεν προσκύνησα ποτέ.

Γιάννης Γεωρ. Σημαντήρας

στην εικόνα: μαναβική (όχι απαραίτητα στην οδό Ολύμπου)

Σάββατο, 14 Ιουνίου 2008

new story: tuesday17june08, at midnight, on 95.8FM

απόσπαζμα από τη νέα ιστορία, και φωτό (του αντώνη σταμπολίδη) από την ηχογράφησή της (από τον α.σ.) στο recording studio του εννιαπενηνταοχτώ, στην αγγελάκη έξι, το βράδυ τής παρασκευής, δεκατρείς ιουνίου, δύο χιλιάδες οχτώ:
[ ... Αν και τις προάλλες, σε ένα μανάβικο στην Ολύμπου, όπου αγόραζα μπανάνες και αγγουράκια, σαν να άκουσα, έχοντας βγει κι έχοντας καβαλικέψει το μηχανάκι, για να την κοπανήσω, ένα «κύριε Γιάννη!» από γυναικεία φωνή, που της έμοιαζε! ... ]

γιάννης

Τρίτη, 10 Ιουνίου 2008

ΣΙΣΣΥ

ΣΙΣΣΥ, ΤΡΕΛΑ ΜΟΥ!
Σίσσυ, πάθοζ μου ανεξέλεγχτο και φλογερό και άζβηστο.
Με σένα, κοριτσάρα μου, κάνω σαν μην έχω δει γυναίκα πρωτύτερα. Γιατί τιζ ζβήνεις όλες, ό λ ε ς όσες είχα! Τιζ δΓιαγράφεις. Αχόρταγα θέλω να σε γεύομαι, κουκλίτσα μου. Με λαιμαργία να σε καταπίνω. Γουλιά-γουλιά. Μια γουλιά Σίσσυ. Κι ύστερα ακόμη μια γουλιά Σίσσυ…

Είμαι θεοπάλαβος για τη Σίσσυ –φαίνεται; Είμαι έτοιμος να βγω σε δΓιαδήλωση στις κεντρικές λεωφόρους. Να κατέβω στουζ δρόμους, με πανό που θα λένε Σίσσυ σημαίνει ζημιά!
Δεν κρατΧιέμαι! Θέλω την έλξη μου για τη Σίσσυ να την φωνάζω, θέλω να την κραυγάζω, θέλω να την δΓιατυμπανίζω, θέλω να την δΓιατρανώνω, θέλω να την εκδηλώνω, θέλω να την εκφράζω.
Και σπεύδω να ξεκαθαρίσω: ούτε η Σίσσυ ούτε εγώ πιστεύουμε σε συναισθήματα και σε συναισθηματιζμούς. Άρα, όταν κάνω κουβέντα για «ορμή», ο νουζ μας να πηγαίνει στης σάρκας τις απάλευτες χαρές. Μου βγαίνει κι ένας ασούμε ποιητιζμός, αλλά άσ’ τονα να βγαίνει. Της αξίζει τής Σίσσυς. Της αξίζει να γραφτούν χίλια ποιήματα για την πάρτη της. Να αναστηθεί ο ΜιχαηλΆγγελος να ζμιλέψει το άγαλμά της.

Α, τώρα είπα τη λέξη-κλειδί. «Άγαλμα». Η Σίσσυ είναι άγαλμα, άγαλμα ζωντανό. Που ανασαίνει και ζει. Τα πόδΓια της… Τα πόδΓια της είναι εκείνα που με υποδούλωσαν. Με το που την πρωτοείδα με μίνι-φόρεμα, σε μια Τράπεζα (Αγροτική, αν ενδΓιαφέρεστε…), έχασα τη λαλιά μου. Πάει. Αφωνία τελεία. Λεπτά πόδΓια, όπως ακριβώς μ’ αρέσουν. Παραγγελία σε έχω κάνει εσένα, κοριτσέλιον; σκέφτηκα, και απέμεινα -στήλη άλατος, λέμε, ρε!... κανονικά- να κοιτάω το λευκό χρώμα κάθε γάμπας. Τη συμμετρία. Τις -θα το ξαναπώ ακούραστα- (κατ’ εμέ) ιδανικές αναλογίες. Λεπτά, λευκά, μικρομεσαία μπουτάκια. Ι’m a sucker for them! Γονατάκια; Κλειδώσεις; Αρθρώσεις; Μμμ, όλα πολύ τού γούστου μου… Και παίρνει να ανεβαίνει η ματΧιά μου προς τα πάνω της! Την αχτινογραφώ. Τι νώτα σκανάρουν οι αμφιβληστροειδείζ μου; Όχι κοκαλιάρικα, όχι φουσκωμένα. Τζιτζί. Νώτα-τζιτζί. Λαιμός μακρύζ για γλείψιμο, μύτη ίσΧια, ισΧιότατη (η αδυναμία μου), μαλλιά περιποιημένα, μαζεμένα (μα ξέρει τι μ’ αρέσει η βρόμα;), χίλια κε-ρα-σέ-νια… χαμόγελο; ζαλιστικό! ΜατΧιά μαχαιρΓιά στην καρδΓιά. Ευτυχώς, δε, φορούσε κλειστά παπούτσΧια (ξέχασα να τονίσω το βασικότερο: απεχθάνομαι μέχρι εμετού τα σαγιοναροειδή). Ευτυχέστερο όλων: δεν φορούσε άρωμα. Πεθαίνω για γυναικάρια που δεν βάζουν κολόνιες. Λιώνω στη μυρουδΓιά τού γυναικείου κορμιού.
Με τα πολλά, με τη Σίσσυ κολλήσαμε. Κοινές ιδεοληψίες μάς ένωσαν. Μας συγκόλλησαν, σαν τα δΓυο κομμάτΧια ενός σπαζμένου βάζου, που ταιρΓιάζουν απόλυτα και εφαρμόζουν μόνο το ένα με το άλλο. Τα έχουμε πει αυτά δεκάδες φορές ο ένας στην άλλη, κι η Σίσσυ σε μένα. Να φανταστείς πόσο συντονιζόμαστε, που την ίδΓια παρομοίωση χρησιμοποιήσαμε. Αυτή με τα κομμάτΧια του σπαζμένου βάζου. Την είπαμε ταυτόχρονα την παρομοίωση. Και λυθήκαμε στα γέλια.

Και στον έρωτα, και στους έρωτέζ μας, γελούσαμε συχνά με τη Σίσσυ. Πολλές φορές, όσο εγώ ήμουν μέσα της, την έπΧιανε το αμαζονίστικό της, κι άρχιζε να με χτυπάει. Δε χαμπάρΓιαζε. Κεφάλι. ΧέρΓια. ΠόδΓια. Κάποτε, φοβήθηκα για τα δόντΓια μου. Αλλά χαλάλι της. Μπρος στη Σίσσυ, τι ’ν’ τα δόντΓια; Κι όταν με κλείδωνε, όσο πΧιο σφιχτά μπορούσε, μες στα λατρεμένα ποδαράκια της, όντας αυτή ανάσκελα κι εγώ αποπάνω… ε, έλεγα μέσα μου: αυτό είναι η ευτυχία και η νίκη τού έρωτα και τήζ ζωής, επί του θανάτου. Έπαιρνα πακέτα ζωής από τη Σίσσυ.

Τελειώναμε τις κτηνώδεις βαρβαρότητες του πόθου, που δεν τις περιγράφω με αναλυτικότερες λεπτομέρειες, γιατί δεν υπάρχει λόγος να ζηλέψουν οι στερημένοι, και χυνόμασταν ο ένας στην αγκαλιά της άλλης, και το ανάποδο. Ώρεζ να μιλάμε για τις ιδεοληψίεζ μας. Τα ρούχα. Τη μουσική. Το δΓιάβαζμα. Για την ακρίβΓεια, εδώ ήταν και μια από τις ελάχιστες δΓιαφορέζ μας. Η Σίσσυ δΓιάβαζε. Εγώ είχα σιχαθεί το δΓιάβαζμα, και το είχα ρίξει στο γράψιμο. Πώς τους δΓιαβάζεις αυτούς τους ατάλαντους τεμπέληδες; της πετούσα, κάθε φορά που μου ερχόταν ενθουσΧιαζμένη με το νέο μυθιστόρημα κάθε μυξονεοΈλληνα συγγραφέα, που εγώ είχα για μπούφο ολκής. Επιβήτορά μου! μου απαντούσε με γέλια, και όλα ξεχνιόντουσαν.

Χτεζ βράδυ, την περίμενα στην είσοδο της πολυκατοικίας της. Κατεβαίνει μια Σίσσυ, λάμπουσα και ακτινοβολούσα, που φοράει το φόρεμα με το οποίο την γνώρισα. Και τα παπούτσια, με τα οποία την γνώρισα. Μας γονάτισες, ρε Σίσσυ! Σίσσυ, δεν παλεύεσαι… Και τα πόδΓια της, σε πρώτο πλάνο. Τα λεπτοκαμωμένα ποδαράκια της, όχι όμως σκελετικά, που πΧοιος τα μαστόρεψε να του χρωστάω δΓια βίου τα συχαρίκια. Εν ολίγοις, πΧιο πλανεύτρα Σίσσυ δεν είχα ξαναδεί.

«Σε θέλω σαν Μαινάδα, απόψε», μού λέει» Ε, καταλαβαίνουμε τι επακολούθησε. Ένα θα πω: έφαγα το ξύλο τής χρονιάζ μου εκείνο το βράδυ. Κι οι διπλανοί μου δεν έκλεισαν μάτι. Τρεις τα χαράματα. Είναι η αγαπημένη μας ώρα. Η Σίσσυ χαμογελάει με το πΧιο αυθόρμητο, ειλικρινές χαμόγελο, που έχω δει να δΓιαγράφεται στο, όχι τέλειο, αλλά όπως ακριβώς το θέλω εγώ, πρόσωπό της. Είπαμε: η Σίσσυ δεν είναι πλαστικά αψεγάδΓιαστη γκόμενα. Είναι η γυναίκα, που θα μπορούσα να έχω παραγγείλει.

Σκύβω και γεμίζω τα γυμνά, γαλακτένια, πόδΓια της εκατοντάδες, εκατοντάδες, μικρά φιλάκια. Το απαιτεί το τελετουργικό. Πάντα έτσι κάνω, λίγο πριν φύγει από το σπίτι μου, μετά τον έρωτα. Την ντύνω. Δεν είμαι εξαρτημένος από αυτήν. Αλλά είναι ζωογόνο για μένα το να την καταναλώνω. Την συνοδεύω στην έξοδο. Τελευταία αγκαλιά. Της φιλάω το χέρι. Το τελετουργικό είναι τελετουργικό. Έχει έρθει η στιγμή, που εκείνη θα μου πει (είναι το άγραφο σενάριό μας έτσι): «Η ζωή μου φωτίζεται από τον έρωτά σου». Πες το, ρε Σίσσυ, να το ακούσω. Έχουν και τα λόγια τη σημασία τους.
Ένα αυτάρεσκο «δεν θα ξαναβρεθούμε, baby, εμείς οι δΓυο, τόσο ήτανε!», βγαλμένο από τα χείλη της, μένει να αντηχεί μες στα αφτΧιά μου, μες στις αρτηρίες τού κρανίου μου, όσο εκείνη απομακρύνεται…

Γιάννης Γεωρ. Σημαντήρας

Σάββατο, 7 Ιουνίου 2008

new story. monday09june08, at midnight, on 95.8FM.

here is a tiny sample, a little bit of preview:

...Ε, καταλαβαίνουμε τι επακολούθησε. Ένα θα πω: έφαγα το ξύλο τής χρονιάζ μου εκείνο το βράδυ...
meet you monday, midnight.

thanks so much,

γιάννης

Τρίτη, 3 Ιουνίου 2008

short story

O KENΤΡΟΜΟΛΟΣ

…Ω, ΡΕ ΜΑΓΚΑ ΜΟΥ, γίνονται απερίγραπτα πράγματα στο Κέντρο τής Θεσσαλονίκης. Δικιολογημένα το λένε ‘Ιστορικό Κέντρο’, αφού ένα σωρό ιστορίες, εντυπωσΧιακές και απίστευτες, μπορεί να παρακολουθήσει κανείς εκεί. Αρκεί να θέλει βέβαια. Γιατί, για τους πολλούς, οι ιστορίες που εγώ έχω δει να συμβαίνουν στο Ιστορικό Κέντρο τής Θεσσαλονίκης, είναι μη-ορατές. Μη γελάτε, ρε! Δεν έχουν όλοι την ικανότητα να τα βλέπουν όλα –δεν το ξέρετε;
Επαναλαμβάνω: γι’ αυτό λέμε το Κέντρο τής Θεσσαλονίκης Ιστορικό. Γιατί όλο και σε κάπΧοια ιστορία θα πέσεις τριγυρνώντας μέσα σ’ αυτό. Α! Εμένα με φωνάζουν οι χιλιάδες φίλοι μου, γιατί έχω αμέτρητους φίλους, στίφη από φίλους, εμένα «κεντρομόλο» μ’ ανεβάζουν, «κεντρομόλο» με κατεβάζουν. Μ’ αρέσει, όμως. Δεν παραπονιέμαι. Ίσα-ίσα. Με περιγράφει πιστά. Είμαι κεντρομόλος, γιατί μια δύναμη μυστήρΓια με τραβάει προς το Κέντρο. Το Κέντρο τής Θεσσαλονίκης. Και, πάντως, χίλιες φορές κεντρομόλος, παρά φυγόκεντρος. Άκου φυγόκεντρος! Αηδία είναι…
Τις προάλλες, ακόμα κι εγώ, ο Μέγας Κεντρομόλος, που τόσα και τόσα έχουν δει τα μάτΧια μου στο Κέντρο τής Σαλόνικας, έπαθα καραπλακάρα ασούμε! Ντάλα καταμεσήμερο στην Παραλία, κι ενώ αμέριμνοι περαστικοί απολαμβάνουν «πέραβρέχει» τον περιπατάκο τους, λεφούσΧια ολόκληρα από Νορμανδούς ναύτες αποβιβάζονται και αρχίζουν τους αλαλαγμούς και τις κλαγγές των όπλων. Ω, ρε μάγκα μου, λέω, εδώ είμαστε. Αυτοί οι δΓιαβάτες, οι περιπατητές τής Παραλίας την έχουν άσχημα! Θα τους πετσοκόψουν οι αιμοδιψείς Βίκινγκς! Ρε, χαμένοι, θα σας φάνε λάχανο οι Νορμανδοί, κουνηθείτε! Τρεχάτε, ρε, τρέχτε, να σωθείτε! Αρχίζω να φωνάζω. Οι παραλιακοί δΓιαβάτες και δρομείς ίσα που γύρισαν να μου ρίξουν μια ματΧιά, ίσως και κοροϊδευτική. Είναι 1185, ρέιιι, εξακολουθώ να φωνάζω εγώ. Είναι το έτος 1185, ρε, και οι Νορμανδοί θα κάνουνε μακελιό, θα μας πάρουν τη Θεσσαλονίκη, ρε! Μερικοί άρχισαν να χαχανίζουν, εμφανώς ειζβάροζ μου. Έτσι είστε, ρε; Μην σώσετε και σωθείτε, παλιοτόμαρα! Αλλά όχι… όχι, πρέπει να βάλω τη σφραγίδα μου στην Ιστορία, στην ιστορία ετούτη, αλλά και στην Ιστορία με Κεφαλαίο Γιώτα. Πρέπει να σώσω ΕΓΩ τη Θεσσαλονίκη από τουζ Νορμανδούς. Δίνω μια, και -χοπ!- ανεβαίνω στο μεγαλύτερο πλοίο τού νορμανδικού στόλου, όπου -υποθέτω- αράζει ο αρχηγός τους. «Μεγάλε, για να σου πω δΓυο φωνήεντα», του κάνω. «Ή μάλλον ένα σύμφωνο. Σύμφωνο ειρήνης. Και ανακωχής. Πάρτε ό,τι θέλετε. Αγαθά, φαγώσιμα, κότες… χρυσαφικά, αλλά μην μας μακελεύετε. Αν όχι για μας, κάντε το για την υστεροφημία τής φυλής σας». Βέβαια, εγώ δεν ξέρω λέξεις όπως «υστεροφημία», και φυσικά δεν ξέρω και νορμανδικά. Αλλά θα μου ήρθε καμιά επιφοίτηση, αφού ο Νορμανδός κάπτεν με άκουσε και μου έσφιξε το χέρι. «Εντάξει», μου απάντησε. «Θα πάμε να πατήσουμε μια άλλη πόλη. Ίσως στη Χαλκιδική εδώ γύρω». Έτσι, χωρίς να το πάρει χαμπάρι κανείς, αναδείχτηκα σε μυστικό σωτήρα τής πόλης.
Και για να μη με νομίσετε για φαντασΧιόπληχτο, θα σας αφηγηθώ και την άλλη ιστορία, που μου έτυχε τρειζ μέρες πριν. Τρεις τα ξημερώματα. Έξω από το Ρέζιντεντς. Στη γνωστή Στρατηγού Κανάρη. Ναι, ρε: Κανάρη. Όχι Καλλάρη. Κανάρη. Ναυάρχου Κανάρη. Αλλά να μην κολλάω στα ονόματα, δεν είμαστε για καθυστερήσεις, δεν έχω πολύ χρόνο, στη ζούλα τα διηγούμαι όλα τούτα. Τρεις τα ξημερώματα, έξω από το Ρέζιντεντς, στο Κέντρο τής Θεσσαλονίκης, μια ομάδα από έντεκα λευκοντυμένους άντρες, νεαρούς, γύρω στα εικοσιπέντε, άσπρο πουκάμισο-άσπρο παντελόνι όλοι τους, συνωμοτούσε εναντίον μου. Και καλά ψουψουψου και χαχαχαχουχουχού, πίσω από την πλάτη μου τα κωλόπαιδα. Με περιγελούσαν φανερά. ΠΧοιον εμένα, που έχω χιλιάδες φίλους, και άμα λάχει, φωνάζω τον Αττίλα, που είναι και κολλητόζ μου, και τους κάνει κιμά στο πιτς φιτίλι. Είχαν κάνει κύκλο τα άτομα, και με σχολίαζαν. Έντεκα μαντραχαλαίοι, που, αντί να κοιτάνε τα χάλια τους τα μαύρα -τα άσπρα ήθελα να πω-, μου σούρνουνε ειρωνείες και σουπαμούπες. Καλλάααα, μάγκες. Καλλάαα… Ο Κεντρομόλος δεν θα την συγχωρήσει αυτήν την απρέπεια. Ξέρω τον αρχηγό σας, ρε βλάκες, και θα τον κάνω να πληρώσει την αδικία. Τον γνωρίζω εγώ τον αρχηγό τους. Έχει μαγαζί με ινδικά είδη στην Αγίας Σοφίας. Στικάκια, αρώματα, πατσουλιά, ξύλινα έπιπλα… Ωραίο μαγαζί, αλλά ωζ γνωστόν, τα ωραία μαγαζΓιά, ωραία καταστρέφονται.
Περιμένω να πάει τέσσερις να ξεκουμπιστούνε και να ροχαλίσουν όλοι. Και πετάγομαι σφαιράτος έξω από το μαγαζί του στην Αγίας Σοφίας. ΠΧιο κέντρο δεν έχει. Παίρνω και κάτι μπάζα, και πετροβολώ τη βρομοβιτρίνα του! Το επόμενο που θυμάμαι, είναι εμένα μες στα αίματα, τζάμια και τζαμάκια παντού, κατάχαμα και κατάσαρκα πάνω μου, σειρήνες, σειρήνες περιπολικού και σειρήνες ασθενοφόρου. Καλά, τα ξέρω, δεν είναι πρώτη φορά, τα έχω ξαναπεράσει, ξέρω και τη συνέχεια, γιατροί, νοσηλευτές, σύριγγες και χάπΧια. Δεν με πτοούν αυτά. Εκείνο που με καταρρακώνει, είναι ότι κανείς τους δεν πιστεύει. Κανείς γιατρός δεν πιστεύει τι απίθανα πράγματα συμβαίνουνε στο κέντρο τής Θεσσαλονίκης. Κανείς δεν θα μου αναγνωρίσει ότι έσωσα όχι μόνο το κέντρο, αλλά ολόκληρη την πόλη από τους άξεστους Νορμανδούς. Κανείς τους δεν θα πάρει πρέφα την εντεκάδα των ασπρουλιάρηδων, που με κακολογούν νυχτΧιάτικα.
Ω, ρε μάγκα μου, όχι Σταυρούπολη. Όχι Σταυρούπολη. Χάθηκε η Ψυχιατρική τού ΑΧΕΠΑ; Σταυρούπολη ίσον εξορία, ίσον εξόντωση για τον Κεντρομόλο. Ενώ στο ΑΧΕΠΑ είμαι στο στοιχείο μου, είμαι σαν στο σπίτι μου. Στο κέντρο.
Τουλάχιστον, με έχωσαν σε θάλαμο κεντρικό στα Οξέα Περιστατικά τής Σταυρούπολης. Αυτό είναι προς τιμήν τους. Είναι πολύ ενθαρρυντικό. Ένδειξη ότι συναισθάνονται την κεντρομολοσύνη μου. Πέντε κρεβάτΧια έχει ο κεντρώος μου θάλαμος στη Σταυρούπολη, στις τέσσερις γωνιές του, κι ένα στο κέντρο. Με αδΓειάζουνε ημιμαστουρωμένο από τα φάρμακα, ανήμπορο να αντιδράσω, στο ένα γωνιακό με παράθυρο. Λες και μου κάναν χάρη, που θα έχω παράθυρο. Παραχώρηση.
Το επόμενο πρωί, σκάει μύτη ο αρχιγιατρός με έναν χάχα ψυχολόγο, που είναι πολύ γκάου. Θα έχει να πάει με γυναίκα από την απόβαση των Νορμανδών στη Θεσσαλονίκη. Του βάζω ένα δεκάευρω στην τζέπη, και του λέω:
«Να σου πω, ρε φίλε, θα ήταν μήπως δυνατόν να καπαρώσω το κρεβάτι στο κέντρο;»

Γιάννης Γεωρ. Σημαντήρας
το μαγαζί με τα στικάκια και τα αρώματα του αρχηγού των λευκοντυμένων, κάπου στο κέντρο

(στην κορυφή τού πόστ ο κεντρομόλος στο κέντρο μιας φωτό)

Κυριακή, 1 Ιουνίου 2008

new short story to come on air

MΕΣΑΝΥΧΤΑου (και πέντε πρώτα λεπτά, σύμφωνοι) Δευτέρας 02 Ιουνίου 2008, θα μεταδοθεί -προηχογραφημένη- η νέα ιστοριούλα στον 95,8FM τής ΕΡΤ3, στο ξεκίνημα ενός ακόμα -δευτερΓιάτικου- επεισοδίου τής εκπομπής δΓιαμάντΓια. Την ιστορία ετούτη, για την οποία αμφιταλαντεύομαι: να δώσω λεπτομέρειες, να μην δώσω... να την προδημοσΧιεύσω εδώ; όλη; μέρος της;... την ιστορία ετούτη την έγραψα (πληχτρολόγησα / προϋπήρχε ο σκελετός της ως ιδέα, και τον επεξεργαζόμουν τρέχοντας στην πόλη) το βραδάκι τής Παρασκευής 30 Μαΐου 2008. Την ηχογράφησα στο καπάκι, αμέσως μετά την πληχτρολόγησή της, στο -όχι και πολύ σόι, δυστυχώς- production studio τού 95,8 στην Αγγελάκη 6. Ο ηχολήπτης βάρδΓιας, Δημήτρης Παπαδόπουλος, έδειξε μεγάλη υπομονή και δΓιάθεση συνεργασίας, ώσπου το τελικό αποτέλεζμα να ικανοποιεί και τον ίδΓιο και εμένα, και να σταθεί αντάξιο των απαιτήσεων των φίλων μας, που θα την παρακολουθήσουν στο ράδΓιο (ή, έστω, από το Γουέμπ).
Η ιδΓιαιτερότητα της ιστορίας: γράφοντάς την στο κομπΓιούτερ, την σκάρωνα προφορικά, έγραφα σαν να μιλούσα, σαν να διηγιέμαι, ώστε η ιστορία να δΓιαθέτει ασούμε προφορικότη και ραδΓιοφωνικότη. Και μάλλον έτσι θα τσουλήσει αποδώ και μπρος το πράμα (the thing). Δηλαδής, θα γράφω τις ιστορίες, έχοντας στο μυαλό μου ότι πρόκειται πρωτίστως για ιστορίες που θα τις αφηγηθεί ένας πρόσωπος στον αέρα. Και, σε δεύτερο επίπεδο, θα λειτουργήσουν και ως ανάγνωζμα στο παρόν μπλογκ ή, όταν και άμα, σε ένα βιβλίο (χάρτινο).
Ο παπαΕφραίμης σάς στέλνει την ευλογία του, και -για όπΧοιον ανησυχεί- ο φονιάς τήζ γυναίκας του ζει (κύριος και σένιος) στα ΠαρίσΧια. Ίσως ασχοληθούμε στο μέλλον με δαύτους, σε ένα σίκουελ.

Γιάννης

στη φωτό: το σέτινγκ τού στούντιο, λίγο πριν την ηχογράφηση της ιστορίας, απαθανατιζμένοου από τη νέα κάνον μου και από μένα. άφθονες οι σημειολογικές αναφορές (κράνος, νερό voss κ.λπ.), αλλά αυτά είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο.