Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2008

μ α ζ ί

—Kαλός;
Τον ακούω να με ρωτάει από την πόρτα τού δωματίου μου.
Του χαμογελώ. Δεν λέω, όμως, τίποτα.
Ξαναρωτά: «―Καλός;».

Πριν προλάβω να απαντήσω, συνεχίζει: «Άσε, δε χρειάζεται να μου πεις. Για να ετοιμάζεσαι με τέτΧοιο ζήλο, ο τύπος πρέπει να είναι πολύ παραπάνω από καλός.»
«―Πώς είσαι σίγουρος ότι είναι τύπος κι όχι τύπισσα;», τον ρωτώ. Ο πατέραζ μου ξέρει από πολύ νωρίς (μην πω κι ότι το καμαρώνει κιόλας) ότι τραβΓιέμαι και με άντρες και με γυναίκες.
―Τούτο το πυρωμένο, της φωτΧιάς, κραγιόν δεν θα το φορούσες για γκόμενα, Εύα. Κόρη μου είσαι, και σε δΓιαβάζω. Από τότε που ήσο
υν πιτσιρίκι με κοτσίδες. Λοιπόν; Λαθεύω;
Όχι. Δεν λάθευε. Για αγόρι ετοιμαζόμουν.
«Μέσα είσαι, φάδερ!», του λέω μέσα από τα δόντΓια μου, καθώς γλείφω τα χείλια μου, για να απλωθεί ομοιόμορφα το «πυρακτωμένο» κραγιόν. Tον νιώθω να με γαζώνει με το βλέμμα του. Τα μάτΧια του πάνω στο ημιδΓιαφανές, αντρικό, πουκάμισό μου. Μετά στη μέση μου. Στέκεται στον κώλο μου.
«―Πώς κι έτσι μπλουτζινάκι;», λέει χαμηλόφωνα.
―Για αλλαγή, μωρέ.
«―Πάω στοίχημα ότι απομέσα...»
«―Φάδερ, θα αργήσω, αν μπλεχτούμε με συζητήσεις», τον δΓιακόπτω και ανεβάζω ελαφρώς την μπλουτζίν φούστα, όσο να φανεί η δαντέλα τήζ μπλε σκούρης μεταξωτής μακριάς κάλτσας και η ίδΓιου χρώματος ζαρτΧιέρα.
Δαγκώνεται.
«Φύγε», μου κάνει. «Αν συνεχίσεις έτσι, ξέρουμε και οι δΓυο ότι θα αργήσεις. Μπορεί και να μην πας. Μπορεί να έχουμε non-show στο date σου.»
Τον χαιρετώ με ένα φιλί στο στόμα, απαλό σαν χνουδένιο, και έχω βγει στον δρόμο, και βαδίζω. Με κοιτάζει, ξελιγωμένος, από το μπαλκόνι. Αϊσίχτιρ! Σαν κουρδιζμένη, γυρνάω πίσω. Χτυπάω κουδούνι. Ανοίγει. Τον χαστουκίζω. Δυνατά! Αίμα τρέχει από τα χείλια του. Το γλείφω. Χτυπάν ανεξέλεγκτες οι φλέβεζ μας. Τον πΧιάνω από τον λαιμό να τον πνίξω. Δεν κάνει τίποτα. Του σκίζω το μπλουζάκι, χρααακ! ΌρθΧιος και ακίνητος. ΚρατΧιέται. Δεν απλώνει χέρι. Βάζω όλο το αφτί του στο στόμα μου, το φτύνω, το σαλιώνω, το πιπιλίζω... και τον νιώθω να τρέμει και να κλαίει με λυγμούς. Δεν τον είχα δει να κλαίει ποτέ. Μόνο να ψιλοβουρκώνει, στην τελετή τής αποφοίτησήζ μου από την Ιατρική στην Αμερική, εφτά χρόνια πριν. Τον στριμώχνω σε έναν τοίχο, και τον φτύνω με σάλια! Κουβέντα δεν αλλάζουμε όλη αυτήν την ώρα. Ούτε ματΧιά.
Φτου! Χαρ, φτου!
Τον έχω γεμίσει σάλια! Με άχτι. Με όλη τη μανία, που κοχλάζει μέσα μου.
«Γονάτισε!» Του ουρλιάζω. Πειθήνιος. Σκύβει. Κολλημένος στον τοίχο.
Του κολλάω το μουνί μου στο στόμα. Δεν αντιδρά. Του πιέζω το μουνί μου στο στόμα. Μου έχουν ξεφύγει κάτουρα στο δαντελωτό σλιπάκι και στην τζιν φούστα. Τα γλείφει. Καταπίνει. Τα καταπίνει. Δεν αντέχω. Είμαι γεμάτη ένταση. Είμαι γεμάτη ούρα. Για πότε ανεβάζω τη φούστα, τραβάω το εσώρουχο στο πλάι, κι αρχίζω να τον πιτσιλάω κάτουρα στο ορθάνοιχτό του στόμα... Τα πίνει όλα σαν σκλαβάκι. Δεν έχω πρόγραμμα. Δεν ξέρω τι θα κάνω. Δεν ξέρω τι θα κάνει. Δεν ξέρω τι θα γίνει. Δεν ξέρω τι μου γίνεται.
Τρέμω και λαχανιάζω από την τρέλα. Δεν σκέφτομαι τίποτα. Παρά μόνο το πώς θα ’ναι. Πώς θα είναι μαζί Του.
Πριν καταλαγιάσει η σκέψη μου, και χωρίς να βγάζει άχνα, χώνει όλο τον καρπό του λαρύγγι μου, και με πνίγει. Τον ξερνάω, ασυγκράτητα, στο κεφάλι του, και τα γλείφει. Βγάζει το παντελόνι του, αλλοπαρμένος, και μου χώνει την ψώλα του, που έχει πετρώσει από ώρα, μες στον λάρυγγα. Δεύτερο κύμα εμετού. Μία την ψωλή του, μία το χέρι του μες στον λάρυγγα, ώσπου μού σώνεται ο εμετός, και βγαίνουν μόνο κάτι σαλιοειδή υπολείμματα, που του τα φτύνω πάνω του. Αρχίζει τώρα να προσπαθεί να μου βγάλει τα δόντΓια, να μου τα ξεριζώσει με τα δάχτυλά του, ένα προς ένα. Γλιστράει, δεν μπορεί, πειζμώνει, ματώνουν τα ούλα μου, πλημμυρίζουν κόκκινο υγρό και σάλια. Τα πίνει όλα. Πίνει το αίμα μου. Είναι σαν πίνει το αίμα Του. Αίμα Του δεν είμαι ολόκληρη;
Ώσπου να καταλάβω πού έχουμε φτάσει, με έχει γυρίσει και μπαίνει στον κώλο μου. Κατευθείαν κώλο. Τσούξιμο βαθύ και πόνος σφιχτός. Δεν θα του κάνω τη χάρη να δείξω ότι πονάω. Πνίγω τις κραυγέζ μου, και δεν μου βγαίνει ούτε «αχ». Μπαινοβγαίνει και τραμπαλίζεται μες στο έντερό μου. Ξεσφίγγομαι κι αφήνω τα σκατά μου να τυλίξουν την πούτσα του. Συνεχίζει. Πονάω-συνεχίζει. Τον χέζω-συνεχίζει. Οι παλμοί μας χορεύουν ξέφρενα, και η Ώρα ζυγώνει.
«Μαζί!», του τσιρίζω. «Να χύσουμε μαζί, ρε γαμιόλη!».
«―Πεζ μου πότε, σκατοπούτανο», ακούγεται να λέει μέσα από το βαρύ το αγκομαχητό του.
«―Τώρααα!», ξεσπάω. «Χύνω! Σε χύνω! Πάρ’ τα πάρ’ τα!», λέω μέσα από τους σπαζμούζ μου, καθώς τραντάζομαι με τη σκατωμένη ψώλα του μες στο έντερό μου... που, την ίδΓια στιγμή, το ραίνει το καυτό σπέρμα τού Πατέρα μου.
Μένουμε έτσι. Για πόσα λεπτά; Έχει παγώσει ο χρόνος.
ΚοιτΧιόμαστε. Ακόμα βουρκωμένος είναι. Κι εγώ έχω δακρύσει. Από τη συγκίνηση, από την ηδονή.
«Δεν θα σε αφήσω ποτέ», του λέω, όσο, βουτηγμένη στην ευτυχία, του σφουγγίζω τα δάκρυα.

Εύα