Σάββατο 21 Ιουνίου 2008

one more story

Έρχεται!
Ακόμη μια ιστορία μας.
Στον 95,8FM τής ΕλληνικήςΡαδΓιοφωνίαςΤηλεόρασηςΤρία.
ΜεσάνυχταΔευτέρας23Ιουνίου2008.
Στη φωτό τής συναδέλφισσας Μαρίας Βασιλειάδου: σαχλαμαρίζοντας, λίγο πριν από την ηχογράφηση της ιστορίας από τον ηχολήπτη μας, Δημήτρη Σάτκα, την Παρασκευή20Ιουνίου2008.

Γ.

Κυριακή 15 Ιουνίου 2008

TZOANNA

ΚΑΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΑΥΤΗΣ …ΤΖΟΑΝΝΑ. Τ-Ζ-Ο-Α-Ν-Ν-Α.
Η Τζοάννα βάλθηκε να κάνει μια δουλειά, που να ταιρΓιάζει με το όνομά της. Ή δΓιάλεξε επιτούτου το ‘Τζοάννα’, ως συμβατό με την επαγγελματική δραστηρΓιότητά της. Ό,τι από το δύο κι αν ίσχυε, είτε το η κότα έκανε το αβγό είτε το το αβγό έκανε την κότα, Τζοάννα και επάγγελμα-Τζοάννας έδειχναν, ασούμε, συμφιλιωμένα. Τώρα -θα πει κανείς- τι θα μπορούσε να κάνει, τι θα μπορούσε να επαγγέλλεται μια Τζοάννα; Θα μπορούσε να ήταν …πορνοστάρ. Μια στιγμή! Όχι σκέτο «πορνοηθοποιός», ούτε καν «πρωταγωνίστρια» σε πορνό ταινίες. Σταρ-σταρ-σταρ τής πορνοβΓιομηχανίας. Θα ’θελε. ΑλήθΧεια το λέω, δεν ειρωνεύομαι. Η Τζοάννα το είχε όνειρο -όνειρο ανομολόγητο- να δΓιαπρέπσει στο σινεμά-για-ενήλικες. Και, λίγο πριν την πάρει ο ύπνος, πάντα φανταζόταν σκηνές ομαδικού έρωτα με πολλά αγόρΓια. Όπα και πλεονέχτρα η Τζοάννα! Στις σκηνές ετούτες τής ονειροφαντασΧιάς της, η Τζοάννα βρισκόταν πάντα στο κέντρο, και τα αγόρΓια, καμιά ντουζίνα το λιγότερο, κάνανε κύκλο γύρω της. Οι ψυχαναλυτές θα γνωμάτευαν ανάγκη της να κλέβει την παράσταση, και να είναι στο επίκεντρο και στο φως των προβολέων. Θα συμφωνούσα με τους ψυχαναλυτές, όχι επειδή τους έχω σε εχτίμηση (κάθε, μα κάθε άλλο: τους σιχαίνομαι πΧιο πολύ κι από τους αστυνομικούς), αλλά επειδή την είχα ζήσει την Τζοάννα.

Κι ήρθε η ώρα να αποκαλύψουμε τι έκανε για τα προς το ζην η Τζοάννα μας. Ήταν μοντελοειδές, όπως ημιχαϊδευτικά έλεγα εγώ. Για να μην την χαραχτηρίσω -μιας και την συμπαθούσα πολύ- όπως την ανέβαζαν και την κατέβαζαν οι ψηλομύτισσες της Πανοραμίτικης Μπουρζουαζίας, δηλαδή «γλάστρα». Ε, κι εγώ πού την είχα ζήσει; Και τι σημαίνει αυτό το «μοντελοειδές»; Η Τζοάννα απασχολιόταν, δεν ξέρω καν αν δούλευε, και με πΧοιους όρους, με πΧοια συμφωνία και με πΧοια αμοιβή, σε ένα Γραφείο ΔΓιοργάνωσης Εκδηλώσεων, από τα πΧιο ονομαστά. Ας το ονομάσουμε ‘Events Projects’. Το είχε μια γλυκιά, καλοστεκούμενη πενηντάρα, μια από τις πΧιο σικάτες κυρίες τής Θεσσαλονίκης, η Ζαζά Μαρτελίνη. Εγκαίνια καταστημάτων, λανσάριζμα νέων προϊόντων, μικρές δΓιαφημιστικές υπηρεσίες, επιλεγμένες συναυλιακές βραδΓιές, κυρίως lounge-jazz, ό,τι μπορούσε να έχει σχέση με τον κλάδο των Δημοσίων Σχέσεων και της Προετοιμασίας και της Υλοποίησης Σχεδίων για Εκδηλώσεις, το ‘Events Projects’ αναλάμβανε να τα δΓιεκπεραιώσει. Και έφερνε εις πέρας την αποστολή του, πάντα με λαμπρή επιτυχία. Η Τζοάννα ήταν απ’ όλα. Όχι λίγοαπ’όλα. Πολύαπ’όλα, σε κάθε πετυχημένη βραδΓιά τήζ Ζαζάς. Συμμετείχε στην εκπόνηση του στρατηγικού σχεδΓιαζμού (όχι, δεν μπορώ να το πΧιο βαρυγδουπέξ), μιλούσε με τον τυπογράφο (που γούσταρε τρελά να της τον… έλα, όλοι καταλαβαίνουμε…) για τις προσκλήσεις, υποδεχόταν τους καλεζμένους, χαμογελαστότατη. Και σχεδόν πάντα, με άσπρο πουκάμισο και μαυρομπλέ υφαζμάτινη μίντι φούστα. «Πάλι αυτήν τη στραβοπόδαρη κοιτάς;», με πείραζε μουτρωμένη η γυναίκα μου, όταν η ματΧιά μου έπεφτε στα γονατάκια της Τζοάννας, «απορώ τι τηζ βρίσκεις». Της έβρισκα τα ξανθά της χειμαρρώδη μαλλιά. Την αθωότητα στο βλέμμα της. Αλλά και μια λαγνεία, που εγώ ανίχνευα πάνω της… αν και δεν μπορείς ποτέ να πάρεις όρκο για κανέναν. Μπορεί η Τζοάννα να ήταν ένας στόκος και μισός (και στο κρεβάτι, εννοώ). Τα μονόχρωμα, επισημίστικα, χαμηλά γοβοειδή παπουτσάκια της. Αλλά, φυσικά, δεν τόλμησα ποτέ να τα αναλύσω και να τα ξηγήσω όλα αυτά στη γυναίκα μου.
Τυχαίοι περαστικοί (ή και καλεζμένοι) στις συγκεντρώσεις τούτες τού ‘Εvents Projects’ θα είχαν πάθει χοντρό λώλαμα με την Τζοάννα. Τη μια την έβλεπαν σε κατάστημα με ντιζαϊνάτες πένες, την άλλη σε μαγαζί με ακριβά ασημικά, την άλλη σε κοκτέιλ-πάρτι αυτοκινητοβΓιομηχανίας… μα πόσες δουλειές άλλαξε αυτό το κορίτσι, θα έλεγαν, γιατί δεν στερΓιώνει πουθενά; Δεν ήταν υποχρεωμένοι (ή δεν είχαν την απαιτούμενη αντίληψη) να εννοήσουν ότι η Τζοάννα είχε στερΓιώσει στη Ζαζά Productions, όπως έλεγα εγώ το ‘Events Projects’.

Την Τζοάννα την είχα ζήσει, λοιπόν, και ως καλεζμένος και θεατής και συστηματικός παρατηρητής των events, αλλά και από πΧιο μέσα. Εκείνη την εποχή, τέλη 1998 με 2000, η Ζαζά είτε με συμβουλευόταν για δΓιάφορα ζητήματα, που ξεφύτρωναν κάθε τόσο, ζητήματα σχετικά με κείμενα. Είτε μού ανέθετε, στις πΧιο σοβαρές των περιπτώσεων, πληρώνοντάζ με -όχι πάντα ικανοποιητικά- να γράψω τα κείμενα ή να κάνω τιζ δΓιορθώσεις. Για προσκλήσεις. Κόνσεπτ και δημιουργικό copywriting δΓιαφημίσεων. «Έλα, βρε Γιάννη, θα μου κάνεις μέχρι αύριο κάτι ψιλοδΓιορθωσούλες σε ένα κειμενάκι» (αχ, αριστοτεχνισσούλα των υποκοριστικών, Ζαζά!) «που μου έστειλαν από ένα καινούρΓιο μπαρ στη Μητροπόλεως, και δεν βγάζω νόημα;». Ακόμα τότε δεν είχαμε Ίντερνετ, και αναγκαζόμουν να πηγαίνω τιζ δισκέτες με το υλικό στο Γραφείο τήζ Ζαζάς, κάπου στην Ικτίνου. Εκεί, συναντΓιόμουν με την Τζοάννα. Πάντα με ρωτούσε, με το γνωστό -ή ηλίθΧιο ή παιδικό, ποτέ δεν κατάλαβα- χαμόγελό της «— Τι κάνετε;» ή «— Τι κάνετε, κύριε Γιάννη;». Τις έλεγα τι κάνω, αλλά ποτέ δεν βρήκα το κουράγιο να της πω τι θέλω να κάνω. Τι θέλω να ΤΗΣ κάνω. Και τα μάτΧια μου εκείειει, στα στραβά, άσπρα γονατάκια της. Δεν αποκλείω να με είχε πάρει πρέφα…

Εν ολίγοις, η Τζοάννα ήταν μια μικρή πριγκιπέσσα στο Ζαζά Productions ή ‘Events Project’. Ώσπου, άνοιξαν οι δουλειές, και δεν έβγαιναν μόνο με μία κοπέλα, και δημιουργήθηκε ανάγκη και για δεύτερο (άτομο, τι άλλο;), και η Ζαζά προσέλαβε (μυρίζομαι, μάλιστα, με πΧιο πολλά φράγκα) μια δίμετρη κουκλάρα, που είχε κάνει και τηλεόραση, ένα γυναικόπουλο ζαλιστικής ομορφΧιάς (και με πολύ πΧιο λεπτούς τρόπους από την Τζοάννα). Μοιραία, η Τζοάννα τέθηκε στο περιθώρΓιο. Από τα πράγματα. Μόνο του έγινε. Μόνο εγώ εξακολουθούσα να τηζ δίνω σημασία στις εκδηλώσεις. Όλος ο πληθυζμός (ακόμη και οι γυναίκες) έτρωγε με τα μάτΧια την άλλη, τη δίμετρη, μια Λίλα… κάπως έτσι.

Η πρώην Ιωάννα από τον Εύοζμο ένιωθε μειονεχτικά απέναντι στη σπουδαγμένη στην Ιταλία Λίλα. Οι γκόμενοι δεν την γέμιζαν. Τους άναβε και τους παρατούσε. Σε ελάχιστους έκανε την τιμή να τους φιλήσει… Και κοιμόταν μόνη της τα βράδΓια στο σπίτι. Στο δωμάτιο που μοιραζόταν με τον αδερφάκο της, κάπου στον Εύοζμο. Η Τζοάννα. Όλα αυτά τα έμαθα εκ των υστέρων, από μισόλογα τηζ Ζαζάς, κι από κουβέντες φίλων, που της την έπεσαν… Εγώ δεν της την έπεσα ποτέ. Αμφιβάλλω αν ένιωσε κάπΧοια στιγμή ότι με έφτΧιαχνε το όλον της –και οι λεπτομέρειές της. Αμφιβάλλω αν με θυμάται καν...
Αν και τις προάλλες, σε ένα μανάβικο στην Ολύμπου, όπου αγόραζα μπανάνες και αγγουράκια, σαν να άκουσα, έχοντας βγει κι έχοντας καβαλικέψει το μηχανάκι, για να την κοπανήσω, ένα «— κύριε Γιάννη! Τι κάνετε;» από γυναικεία φωνή, που της έμοιαζε! Φορούσα κράνος, και μέχρι να καλοκαταλάβω τι γίνεται, μια σιλουέτα (ναι, στα κυβικά τής Τζοάννας) απομακρύνθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση. ΔΓιαολίστηκα τότε. Και έφερα γύρα, με το μηχανάκι, όλο το τετράγωνο. ΚάπΧοια στιγμή, χωρίζ να με πάρει μυρουδΓιά αυτή, εγώ, εποχούμενος, την έχω ακριβώς απέναντί μου. Δεν ήταν δυνατόν να είναι η Τζοάννα αυτή! Τηζ λείπανε δόντΓια (πού είναι το κολγκεϊτίσΧιο χαμόγελό της;). ΚαμπούρΓιαζε. Τα ρούχα της βρομερά, και τα μαλλιά της κολλημένα από τη λίγδα! Να σταματάει τους δΓιαβάτες στο πεζοδρόμιο: «μήπως έχετε μισό ευρώ, να πάρω ένα σάντουιτς;». Α drug problem that existed. Aλίμονο! Μπα, αποκλείεται να είναι η Τζοάννα αυτό το τζανκάκι. Κάνω να φύγω, όταν το βλέμμα μου γαζώνει ασυναίσθητα τη μίντι-μαυρομπλέ φούστα της, και σκανάρει τα λευκά της γόνατα. Ήταν στραβά. Τα γόνατα που δεν προσκύνησα ποτέ.

Γιάννης Γεωρ. Σημαντήρας

στην εικόνα: μαναβική (όχι απαραίτητα στην οδό Ολύμπου)

Σάββατο 14 Ιουνίου 2008

new story: tuesday17june08, at midnight, on 95.8FM

απόσπαζμα από τη νέα ιστορία, και φωτό (του αντώνη σταμπολίδη) από την ηχογράφησή της (από τον α.σ.) στο recording studio του εννιαπενηνταοχτώ, στην αγγελάκη έξι, το βράδυ τής παρασκευής, δεκατρείς ιουνίου, δύο χιλιάδες οχτώ:
[ ... Αν και τις προάλλες, σε ένα μανάβικο στην Ολύμπου, όπου αγόραζα μπανάνες και αγγουράκια, σαν να άκουσα, έχοντας βγει κι έχοντας καβαλικέψει το μηχανάκι, για να την κοπανήσω, ένα «κύριε Γιάννη!» από γυναικεία φωνή, που της έμοιαζε! ... ]

γιάννης

Τρίτη 10 Ιουνίου 2008

ΣΙΣΣΥ

ΣΙΣΣΥ, ΤΡΕΛΑ ΜΟΥ!
Σίσσυ, πάθοζ μου ανεξέλεγχτο και φλογερό και άζβηστο.
Με σένα, κοριτσάρα μου, κάνω σαν μην έχω δει γυναίκα πρωτύτερα. Γιατί τιζ ζβήνεις όλες, ό λ ε ς όσες είχα! Τιζ δΓιαγράφεις. Αχόρταγα θέλω να σε γεύομαι, κουκλίτσα μου. Με λαιμαργία να σε καταπίνω. Γουλιά-γουλιά. Μια γουλιά Σίσσυ. Κι ύστερα ακόμη μια γουλιά Σίσσυ…

Είμαι θεοπάλαβος για τη Σίσσυ –φαίνεται; Είμαι έτοιμος να βγω σε δΓιαδήλωση στις κεντρικές λεωφόρους. Να κατέβω στουζ δρόμους, με πανό που θα λένε Σίσσυ σημαίνει ζημιά!
Δεν κρατΧιέμαι! Θέλω την έλξη μου για τη Σίσσυ να την φωνάζω, θέλω να την κραυγάζω, θέλω να την δΓιατυμπανίζω, θέλω να την δΓιατρανώνω, θέλω να την εκδηλώνω, θέλω να την εκφράζω.
Και σπεύδω να ξεκαθαρίσω: ούτε η Σίσσυ ούτε εγώ πιστεύουμε σε συναισθήματα και σε συναισθηματιζμούς. Άρα, όταν κάνω κουβέντα για «ορμή», ο νουζ μας να πηγαίνει στης σάρκας τις απάλευτες χαρές. Μου βγαίνει κι ένας ασούμε ποιητιζμός, αλλά άσ’ τονα να βγαίνει. Της αξίζει τής Σίσσυς. Της αξίζει να γραφτούν χίλια ποιήματα για την πάρτη της. Να αναστηθεί ο ΜιχαηλΆγγελος να ζμιλέψει το άγαλμά της.

Α, τώρα είπα τη λέξη-κλειδί. «Άγαλμα». Η Σίσσυ είναι άγαλμα, άγαλμα ζωντανό. Που ανασαίνει και ζει. Τα πόδΓια της… Τα πόδΓια της είναι εκείνα που με υποδούλωσαν. Με το που την πρωτοείδα με μίνι-φόρεμα, σε μια Τράπεζα (Αγροτική, αν ενδΓιαφέρεστε…), έχασα τη λαλιά μου. Πάει. Αφωνία τελεία. Λεπτά πόδΓια, όπως ακριβώς μ’ αρέσουν. Παραγγελία σε έχω κάνει εσένα, κοριτσέλιον; σκέφτηκα, και απέμεινα -στήλη άλατος, λέμε, ρε!... κανονικά- να κοιτάω το λευκό χρώμα κάθε γάμπας. Τη συμμετρία. Τις -θα το ξαναπώ ακούραστα- (κατ’ εμέ) ιδανικές αναλογίες. Λεπτά, λευκά, μικρομεσαία μπουτάκια. Ι’m a sucker for them! Γονατάκια; Κλειδώσεις; Αρθρώσεις; Μμμ, όλα πολύ τού γούστου μου… Και παίρνει να ανεβαίνει η ματΧιά μου προς τα πάνω της! Την αχτινογραφώ. Τι νώτα σκανάρουν οι αμφιβληστροειδείζ μου; Όχι κοκαλιάρικα, όχι φουσκωμένα. Τζιτζί. Νώτα-τζιτζί. Λαιμός μακρύζ για γλείψιμο, μύτη ίσΧια, ισΧιότατη (η αδυναμία μου), μαλλιά περιποιημένα, μαζεμένα (μα ξέρει τι μ’ αρέσει η βρόμα;), χίλια κε-ρα-σέ-νια… χαμόγελο; ζαλιστικό! ΜατΧιά μαχαιρΓιά στην καρδΓιά. Ευτυχώς, δε, φορούσε κλειστά παπούτσΧια (ξέχασα να τονίσω το βασικότερο: απεχθάνομαι μέχρι εμετού τα σαγιοναροειδή). Ευτυχέστερο όλων: δεν φορούσε άρωμα. Πεθαίνω για γυναικάρια που δεν βάζουν κολόνιες. Λιώνω στη μυρουδΓιά τού γυναικείου κορμιού.
Με τα πολλά, με τη Σίσσυ κολλήσαμε. Κοινές ιδεοληψίες μάς ένωσαν. Μας συγκόλλησαν, σαν τα δΓυο κομμάτΧια ενός σπαζμένου βάζου, που ταιρΓιάζουν απόλυτα και εφαρμόζουν μόνο το ένα με το άλλο. Τα έχουμε πει αυτά δεκάδες φορές ο ένας στην άλλη, κι η Σίσσυ σε μένα. Να φανταστείς πόσο συντονιζόμαστε, που την ίδΓια παρομοίωση χρησιμοποιήσαμε. Αυτή με τα κομμάτΧια του σπαζμένου βάζου. Την είπαμε ταυτόχρονα την παρομοίωση. Και λυθήκαμε στα γέλια.

Και στον έρωτα, και στους έρωτέζ μας, γελούσαμε συχνά με τη Σίσσυ. Πολλές φορές, όσο εγώ ήμουν μέσα της, την έπΧιανε το αμαζονίστικό της, κι άρχιζε να με χτυπάει. Δε χαμπάρΓιαζε. Κεφάλι. ΧέρΓια. ΠόδΓια. Κάποτε, φοβήθηκα για τα δόντΓια μου. Αλλά χαλάλι της. Μπρος στη Σίσσυ, τι ’ν’ τα δόντΓια; Κι όταν με κλείδωνε, όσο πΧιο σφιχτά μπορούσε, μες στα λατρεμένα ποδαράκια της, όντας αυτή ανάσκελα κι εγώ αποπάνω… ε, έλεγα μέσα μου: αυτό είναι η ευτυχία και η νίκη τού έρωτα και τήζ ζωής, επί του θανάτου. Έπαιρνα πακέτα ζωής από τη Σίσσυ.

Τελειώναμε τις κτηνώδεις βαρβαρότητες του πόθου, που δεν τις περιγράφω με αναλυτικότερες λεπτομέρειες, γιατί δεν υπάρχει λόγος να ζηλέψουν οι στερημένοι, και χυνόμασταν ο ένας στην αγκαλιά της άλλης, και το ανάποδο. Ώρεζ να μιλάμε για τις ιδεοληψίεζ μας. Τα ρούχα. Τη μουσική. Το δΓιάβαζμα. Για την ακρίβΓεια, εδώ ήταν και μια από τις ελάχιστες δΓιαφορέζ μας. Η Σίσσυ δΓιάβαζε. Εγώ είχα σιχαθεί το δΓιάβαζμα, και το είχα ρίξει στο γράψιμο. Πώς τους δΓιαβάζεις αυτούς τους ατάλαντους τεμπέληδες; της πετούσα, κάθε φορά που μου ερχόταν ενθουσΧιαζμένη με το νέο μυθιστόρημα κάθε μυξονεοΈλληνα συγγραφέα, που εγώ είχα για μπούφο ολκής. Επιβήτορά μου! μου απαντούσε με γέλια, και όλα ξεχνιόντουσαν.

Χτεζ βράδυ, την περίμενα στην είσοδο της πολυκατοικίας της. Κατεβαίνει μια Σίσσυ, λάμπουσα και ακτινοβολούσα, που φοράει το φόρεμα με το οποίο την γνώρισα. Και τα παπούτσια, με τα οποία την γνώρισα. Μας γονάτισες, ρε Σίσσυ! Σίσσυ, δεν παλεύεσαι… Και τα πόδΓια της, σε πρώτο πλάνο. Τα λεπτοκαμωμένα ποδαράκια της, όχι όμως σκελετικά, που πΧοιος τα μαστόρεψε να του χρωστάω δΓια βίου τα συχαρίκια. Εν ολίγοις, πΧιο πλανεύτρα Σίσσυ δεν είχα ξαναδεί.

«Σε θέλω σαν Μαινάδα, απόψε», μού λέει» Ε, καταλαβαίνουμε τι επακολούθησε. Ένα θα πω: έφαγα το ξύλο τής χρονιάζ μου εκείνο το βράδυ. Κι οι διπλανοί μου δεν έκλεισαν μάτι. Τρεις τα χαράματα. Είναι η αγαπημένη μας ώρα. Η Σίσσυ χαμογελάει με το πΧιο αυθόρμητο, ειλικρινές χαμόγελο, που έχω δει να δΓιαγράφεται στο, όχι τέλειο, αλλά όπως ακριβώς το θέλω εγώ, πρόσωπό της. Είπαμε: η Σίσσυ δεν είναι πλαστικά αψεγάδΓιαστη γκόμενα. Είναι η γυναίκα, που θα μπορούσα να έχω παραγγείλει.

Σκύβω και γεμίζω τα γυμνά, γαλακτένια, πόδΓια της εκατοντάδες, εκατοντάδες, μικρά φιλάκια. Το απαιτεί το τελετουργικό. Πάντα έτσι κάνω, λίγο πριν φύγει από το σπίτι μου, μετά τον έρωτα. Την ντύνω. Δεν είμαι εξαρτημένος από αυτήν. Αλλά είναι ζωογόνο για μένα το να την καταναλώνω. Την συνοδεύω στην έξοδο. Τελευταία αγκαλιά. Της φιλάω το χέρι. Το τελετουργικό είναι τελετουργικό. Έχει έρθει η στιγμή, που εκείνη θα μου πει (είναι το άγραφο σενάριό μας έτσι): «Η ζωή μου φωτίζεται από τον έρωτά σου». Πες το, ρε Σίσσυ, να το ακούσω. Έχουν και τα λόγια τη σημασία τους.
Ένα αυτάρεσκο «δεν θα ξαναβρεθούμε, baby, εμείς οι δΓυο, τόσο ήτανε!», βγαλμένο από τα χείλη της, μένει να αντηχεί μες στα αφτΧιά μου, μες στις αρτηρίες τού κρανίου μου, όσο εκείνη απομακρύνεται…

Γιάννης Γεωρ. Σημαντήρας

Σάββατο 7 Ιουνίου 2008

new story. monday09june08, at midnight, on 95.8FM.

here is a tiny sample, a little bit of preview:

...Ε, καταλαβαίνουμε τι επακολούθησε. Ένα θα πω: έφαγα το ξύλο τής χρονιάζ μου εκείνο το βράδυ...
meet you monday, midnight.

thanks so much,

γιάννης

Τρίτη 3 Ιουνίου 2008

short story

O KENΤΡΟΜΟΛΟΣ

…Ω, ΡΕ ΜΑΓΚΑ ΜΟΥ, γίνονται απερίγραπτα πράγματα στο Κέντρο τής Θεσσαλονίκης. Δικιολογημένα το λένε ‘Ιστορικό Κέντρο’, αφού ένα σωρό ιστορίες, εντυπωσΧιακές και απίστευτες, μπορεί να παρακολουθήσει κανείς εκεί. Αρκεί να θέλει βέβαια. Γιατί, για τους πολλούς, οι ιστορίες που εγώ έχω δει να συμβαίνουν στο Ιστορικό Κέντρο τής Θεσσαλονίκης, είναι μη-ορατές. Μη γελάτε, ρε! Δεν έχουν όλοι την ικανότητα να τα βλέπουν όλα –δεν το ξέρετε;
Επαναλαμβάνω: γι’ αυτό λέμε το Κέντρο τής Θεσσαλονίκης Ιστορικό. Γιατί όλο και σε κάπΧοια ιστορία θα πέσεις τριγυρνώντας μέσα σ’ αυτό. Α! Εμένα με φωνάζουν οι χιλιάδες φίλοι μου, γιατί έχω αμέτρητους φίλους, στίφη από φίλους, εμένα «κεντρομόλο» μ’ ανεβάζουν, «κεντρομόλο» με κατεβάζουν. Μ’ αρέσει, όμως. Δεν παραπονιέμαι. Ίσα-ίσα. Με περιγράφει πιστά. Είμαι κεντρομόλος, γιατί μια δύναμη μυστήρΓια με τραβάει προς το Κέντρο. Το Κέντρο τής Θεσσαλονίκης. Και, πάντως, χίλιες φορές κεντρομόλος, παρά φυγόκεντρος. Άκου φυγόκεντρος! Αηδία είναι…
Τις προάλλες, ακόμα κι εγώ, ο Μέγας Κεντρομόλος, που τόσα και τόσα έχουν δει τα μάτΧια μου στο Κέντρο τής Σαλόνικας, έπαθα καραπλακάρα ασούμε! Ντάλα καταμεσήμερο στην Παραλία, κι ενώ αμέριμνοι περαστικοί απολαμβάνουν «πέραβρέχει» τον περιπατάκο τους, λεφούσΧια ολόκληρα από Νορμανδούς ναύτες αποβιβάζονται και αρχίζουν τους αλαλαγμούς και τις κλαγγές των όπλων. Ω, ρε μάγκα μου, λέω, εδώ είμαστε. Αυτοί οι δΓιαβάτες, οι περιπατητές τής Παραλίας την έχουν άσχημα! Θα τους πετσοκόψουν οι αιμοδιψείς Βίκινγκς! Ρε, χαμένοι, θα σας φάνε λάχανο οι Νορμανδοί, κουνηθείτε! Τρεχάτε, ρε, τρέχτε, να σωθείτε! Αρχίζω να φωνάζω. Οι παραλιακοί δΓιαβάτες και δρομείς ίσα που γύρισαν να μου ρίξουν μια ματΧιά, ίσως και κοροϊδευτική. Είναι 1185, ρέιιι, εξακολουθώ να φωνάζω εγώ. Είναι το έτος 1185, ρε, και οι Νορμανδοί θα κάνουνε μακελιό, θα μας πάρουν τη Θεσσαλονίκη, ρε! Μερικοί άρχισαν να χαχανίζουν, εμφανώς ειζβάροζ μου. Έτσι είστε, ρε; Μην σώσετε και σωθείτε, παλιοτόμαρα! Αλλά όχι… όχι, πρέπει να βάλω τη σφραγίδα μου στην Ιστορία, στην ιστορία ετούτη, αλλά και στην Ιστορία με Κεφαλαίο Γιώτα. Πρέπει να σώσω ΕΓΩ τη Θεσσαλονίκη από τουζ Νορμανδούς. Δίνω μια, και -χοπ!- ανεβαίνω στο μεγαλύτερο πλοίο τού νορμανδικού στόλου, όπου -υποθέτω- αράζει ο αρχηγός τους. «Μεγάλε, για να σου πω δΓυο φωνήεντα», του κάνω. «Ή μάλλον ένα σύμφωνο. Σύμφωνο ειρήνης. Και ανακωχής. Πάρτε ό,τι θέλετε. Αγαθά, φαγώσιμα, κότες… χρυσαφικά, αλλά μην μας μακελεύετε. Αν όχι για μας, κάντε το για την υστεροφημία τής φυλής σας». Βέβαια, εγώ δεν ξέρω λέξεις όπως «υστεροφημία», και φυσικά δεν ξέρω και νορμανδικά. Αλλά θα μου ήρθε καμιά επιφοίτηση, αφού ο Νορμανδός κάπτεν με άκουσε και μου έσφιξε το χέρι. «Εντάξει», μου απάντησε. «Θα πάμε να πατήσουμε μια άλλη πόλη. Ίσως στη Χαλκιδική εδώ γύρω». Έτσι, χωρίς να το πάρει χαμπάρι κανείς, αναδείχτηκα σε μυστικό σωτήρα τής πόλης.
Και για να μη με νομίσετε για φαντασΧιόπληχτο, θα σας αφηγηθώ και την άλλη ιστορία, που μου έτυχε τρειζ μέρες πριν. Τρεις τα ξημερώματα. Έξω από το Ρέζιντεντς. Στη γνωστή Στρατηγού Κανάρη. Ναι, ρε: Κανάρη. Όχι Καλλάρη. Κανάρη. Ναυάρχου Κανάρη. Αλλά να μην κολλάω στα ονόματα, δεν είμαστε για καθυστερήσεις, δεν έχω πολύ χρόνο, στη ζούλα τα διηγούμαι όλα τούτα. Τρεις τα ξημερώματα, έξω από το Ρέζιντεντς, στο Κέντρο τής Θεσσαλονίκης, μια ομάδα από έντεκα λευκοντυμένους άντρες, νεαρούς, γύρω στα εικοσιπέντε, άσπρο πουκάμισο-άσπρο παντελόνι όλοι τους, συνωμοτούσε εναντίον μου. Και καλά ψουψουψου και χαχαχαχουχουχού, πίσω από την πλάτη μου τα κωλόπαιδα. Με περιγελούσαν φανερά. ΠΧοιον εμένα, που έχω χιλιάδες φίλους, και άμα λάχει, φωνάζω τον Αττίλα, που είναι και κολλητόζ μου, και τους κάνει κιμά στο πιτς φιτίλι. Είχαν κάνει κύκλο τα άτομα, και με σχολίαζαν. Έντεκα μαντραχαλαίοι, που, αντί να κοιτάνε τα χάλια τους τα μαύρα -τα άσπρα ήθελα να πω-, μου σούρνουνε ειρωνείες και σουπαμούπες. Καλλάααα, μάγκες. Καλλάαα… Ο Κεντρομόλος δεν θα την συγχωρήσει αυτήν την απρέπεια. Ξέρω τον αρχηγό σας, ρε βλάκες, και θα τον κάνω να πληρώσει την αδικία. Τον γνωρίζω εγώ τον αρχηγό τους. Έχει μαγαζί με ινδικά είδη στην Αγίας Σοφίας. Στικάκια, αρώματα, πατσουλιά, ξύλινα έπιπλα… Ωραίο μαγαζί, αλλά ωζ γνωστόν, τα ωραία μαγαζΓιά, ωραία καταστρέφονται.
Περιμένω να πάει τέσσερις να ξεκουμπιστούνε και να ροχαλίσουν όλοι. Και πετάγομαι σφαιράτος έξω από το μαγαζί του στην Αγίας Σοφίας. ΠΧιο κέντρο δεν έχει. Παίρνω και κάτι μπάζα, και πετροβολώ τη βρομοβιτρίνα του! Το επόμενο που θυμάμαι, είναι εμένα μες στα αίματα, τζάμια και τζαμάκια παντού, κατάχαμα και κατάσαρκα πάνω μου, σειρήνες, σειρήνες περιπολικού και σειρήνες ασθενοφόρου. Καλά, τα ξέρω, δεν είναι πρώτη φορά, τα έχω ξαναπεράσει, ξέρω και τη συνέχεια, γιατροί, νοσηλευτές, σύριγγες και χάπΧια. Δεν με πτοούν αυτά. Εκείνο που με καταρρακώνει, είναι ότι κανείς τους δεν πιστεύει. Κανείς γιατρός δεν πιστεύει τι απίθανα πράγματα συμβαίνουνε στο κέντρο τής Θεσσαλονίκης. Κανείς δεν θα μου αναγνωρίσει ότι έσωσα όχι μόνο το κέντρο, αλλά ολόκληρη την πόλη από τους άξεστους Νορμανδούς. Κανείς τους δεν θα πάρει πρέφα την εντεκάδα των ασπρουλιάρηδων, που με κακολογούν νυχτΧιάτικα.
Ω, ρε μάγκα μου, όχι Σταυρούπολη. Όχι Σταυρούπολη. Χάθηκε η Ψυχιατρική τού ΑΧΕΠΑ; Σταυρούπολη ίσον εξορία, ίσον εξόντωση για τον Κεντρομόλο. Ενώ στο ΑΧΕΠΑ είμαι στο στοιχείο μου, είμαι σαν στο σπίτι μου. Στο κέντρο.
Τουλάχιστον, με έχωσαν σε θάλαμο κεντρικό στα Οξέα Περιστατικά τής Σταυρούπολης. Αυτό είναι προς τιμήν τους. Είναι πολύ ενθαρρυντικό. Ένδειξη ότι συναισθάνονται την κεντρομολοσύνη μου. Πέντε κρεβάτΧια έχει ο κεντρώος μου θάλαμος στη Σταυρούπολη, στις τέσσερις γωνιές του, κι ένα στο κέντρο. Με αδΓειάζουνε ημιμαστουρωμένο από τα φάρμακα, ανήμπορο να αντιδράσω, στο ένα γωνιακό με παράθυρο. Λες και μου κάναν χάρη, που θα έχω παράθυρο. Παραχώρηση.
Το επόμενο πρωί, σκάει μύτη ο αρχιγιατρός με έναν χάχα ψυχολόγο, που είναι πολύ γκάου. Θα έχει να πάει με γυναίκα από την απόβαση των Νορμανδών στη Θεσσαλονίκη. Του βάζω ένα δεκάευρω στην τζέπη, και του λέω:
«Να σου πω, ρε φίλε, θα ήταν μήπως δυνατόν να καπαρώσω το κρεβάτι στο κέντρο;»

Γιάννης Γεωρ. Σημαντήρας
το μαγαζί με τα στικάκια και τα αρώματα του αρχηγού των λευκοντυμένων, κάπου στο κέντρο

(στην κορυφή τού πόστ ο κεντρομόλος στο κέντρο μιας φωτό)

Κυριακή 1 Ιουνίου 2008

new short story to come on air

MΕΣΑΝΥΧΤΑου (και πέντε πρώτα λεπτά, σύμφωνοι) Δευτέρας 02 Ιουνίου 2008, θα μεταδοθεί -προηχογραφημένη- η νέα ιστοριούλα στον 95,8FM τής ΕΡΤ3, στο ξεκίνημα ενός ακόμα -δευτερΓιάτικου- επεισοδίου τής εκπομπής δΓιαμάντΓια. Την ιστορία ετούτη, για την οποία αμφιταλαντεύομαι: να δώσω λεπτομέρειες, να μην δώσω... να την προδημοσΧιεύσω εδώ; όλη; μέρος της;... την ιστορία ετούτη την έγραψα (πληχτρολόγησα / προϋπήρχε ο σκελετός της ως ιδέα, και τον επεξεργαζόμουν τρέχοντας στην πόλη) το βραδάκι τής Παρασκευής 30 Μαΐου 2008. Την ηχογράφησα στο καπάκι, αμέσως μετά την πληχτρολόγησή της, στο -όχι και πολύ σόι, δυστυχώς- production studio τού 95,8 στην Αγγελάκη 6. Ο ηχολήπτης βάρδΓιας, Δημήτρης Παπαδόπουλος, έδειξε μεγάλη υπομονή και δΓιάθεση συνεργασίας, ώσπου το τελικό αποτέλεζμα να ικανοποιεί και τον ίδΓιο και εμένα, και να σταθεί αντάξιο των απαιτήσεων των φίλων μας, που θα την παρακολουθήσουν στο ράδΓιο (ή, έστω, από το Γουέμπ).
Η ιδΓιαιτερότητα της ιστορίας: γράφοντάς την στο κομπΓιούτερ, την σκάρωνα προφορικά, έγραφα σαν να μιλούσα, σαν να διηγιέμαι, ώστε η ιστορία να δΓιαθέτει ασούμε προφορικότη και ραδΓιοφωνικότη. Και μάλλον έτσι θα τσουλήσει αποδώ και μπρος το πράμα (the thing). Δηλαδής, θα γράφω τις ιστορίες, έχοντας στο μυαλό μου ότι πρόκειται πρωτίστως για ιστορίες που θα τις αφηγηθεί ένας πρόσωπος στον αέρα. Και, σε δεύτερο επίπεδο, θα λειτουργήσουν και ως ανάγνωζμα στο παρόν μπλογκ ή, όταν και άμα, σε ένα βιβλίο (χάρτινο).
Ο παπαΕφραίμης σάς στέλνει την ευλογία του, και -για όπΧοιον ανησυχεί- ο φονιάς τήζ γυναίκας του ζει (κύριος και σένιος) στα ΠαρίσΧια. Ίσως ασχοληθούμε στο μέλλον με δαύτους, σε ένα σίκουελ.

Γιάννης

στη φωτό: το σέτινγκ τού στούντιο, λίγο πριν την ηχογράφηση της ιστορίας, απαθανατιζμένοου από τη νέα κάνον μου και από μένα. άφθονες οι σημειολογικές αναφορές (κράνος, νερό voss κ.λπ.), αλλά αυτά είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο.