Δευτέρα 14 Ιουλίου 2008

my trial

Το my trial (κατα)γράφτηκε (γιατί, ως ιδέα, προϋπήρχε μήνες στο μυαλό) και γράφτηκε (ηχογραφήθηκε) ανάμεσα σε τηλεφωνικές συνεντεύξεις με τον Τζίνο Κούλτουρ Σοκ, εκδρομές πατ-κιουτ στη Βλάστη για το λάηβ των ΚΣ, οικιακές ανακαινίσεις πλακιδίων στο μπάνιο, και γενικά ένα πυκνό και τρελαμένο προσωπικό πρόγραμμα. Πάντα το παρασκήνιο έχει τη σημασία του, ε; Την ηχογράφηση και την τεχνική επεξεργασία τού διηγήματος έκανε ο Δημήτρης Σάτκας στο production τού ενενηνταπέντε-κι-οχτώ, στην Αγγελάκη έξι. Η ιστορία θα μεταδοθεί μεσάνυχτα Δευτέρας14Ιουλίου08. Αμέσως μετά τον αεριζμό της, θα αναρτηθεί εδώ.

Στο τέλος-τέλος τής ιστορίας, προβληματίστηκα πάρα πολύ αν θα έπρεπε να προσθέσω (και τελικά δεν την εκφώνησα στο μικρόφωνο) τη φράση: (Όπερ και εγένετο). Έτσι. Μέσα σε παρένθεση. ΌπΧοιος θέλει ας την κοτσάρει στο/για φινάλε τής γραπτής μορφής τής ιστορίας.


Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ μουσικόφιλος νεκροθάφτης.
Τώρα, τι από τα δύο υπερισχύει; Το «μουσικόφιλος» ή το «νεκροθάφτης»; Κοιτάξτε, νεκροθάφτης δεν θα γινόταν, αν δεν ήταν νεκροθάφτης ο μπαμπάς του, που κι ο μπαμπάς του γι’ αυτό γίνηκε νεκροθάφτης, επειδή ο δικός του o μπαμπάς, ο παππούς τού Γιώργου, νεκροθάφτης ήτανε. Αλλά από κάπου έπρεπε να βγάλει τα προς το ζην. Ακόμα κι από τον θάνατο των άλλων; Ακόμα κι από τον θάνατο των άλλων. Απαιτήσεις δεν είχε πολλές. Του αρκούσε να τρώει (λιτοδίαιτα) και να αγοράζει δίσκους (κυρίως μέσω Ίντερνετ, με πιστωτικές). Τις αγορές ρούχων τις είχε περΓιορίσει δραματικά· είχε μάθει στα μαύρα, λόγω δουλειάς. Τα κορακί είχαν γίνει δεύτερη πέτσα του.

Ο νεκροθάφτηζ μας, o μουσικόφιλος νεκροθάφτηζ μας, έχει πατήσει τα 45. Οι κυρίες, οι έχουσες γνώση κυρίες λένε είναι ότι αυτή είναι μια ιδανική ηλικία για έναν άντρα. Και οι άντρες το ίδΓιο λένε. Μέσα τους, ωστόσο, αρχίζουν και τρομάζουν, καθώς αγναντεύουν το φινάλε, από όλο και πΧιο κοντινή απόσταση. Πόσο μάλλον ένας νεκροθάφτης, που έχει δει, ζήσει, πολλά φινάλε ζωών.

Πίσω από τις βαρΓιές, μαυριδερές κουρτίνες τού γραφείου Τελετών του, ‘η Γαλήνη’, ο Γιώργος έχει τον μικρόκοζμό του: τη σιντοθήκη του και τις αφίσες, τις εικόνες και τα περΓιοδικά του. Χιλιάδες σιντί, επιμελέστατα ταχτοποιημένα, απολύτως αλφαβητικά, σε σχέση με το πρώτο γράμμα τού επιθέτου. Αναμνηστικά. Η μπαγκέτα τού ντράμερ τής Patti Smith, από τις συναυλίες της στην Ελλάδα το 1999. Η πένα τού κιθαρίστα των Μercury Rev. Κι άλλα τέτΧοια. Όταν βραδΓιάζει και είναι νυχτερινός, ο Γιώργος τραβάει τις κουρτίνες, κι αυτόματα αφήνει τη θανατίλα απόξω, μπαίνοντας στον κόζμο τήζ μουσικής. Τηζ μουσικής του. Το ίδΓιο κάνει και σήμερα. Περαζμένες δύο μετά τα μεσάνυχτα. Τι τον έχει πΧιάσει και θυμήθηκε τα παλιά τού Κέηβ; Τι του ήρθε και έβγαλε από τα ράφΧια αυτό το ‘Your Funeral… My Trial’; Είχε φτάσει μέχρι τη μέση τού άλμπουμ, όταν δέχτηκε ένα τηλεφώνημα. Το καθήκον τον καλούσε. Γυναίκα. 39 ετών. Τροχαίο.

Σε χρόνο ρεκόρ, Αύγουστος ήταν και λείπαν όλοι, έφτασε στην Παπάφη, στην οικία τής σχωρεμένης. Κι αυτός που δεν είχε πΧιο μεγάλη ρουτίνα από το να βλέπει πεθαμένους, κοντοστάθηκε έκπληκτος μπροστά στο νεκροκρέβατο. «Τι συμβαίνει;» τον ρώτησε ο άντρας τήζ νεκρής. «Τίποτα… τα θερμά συλλυπητήριά μου» αποκρίθηκε ο Γιω βΓιαστικά. Τον άντρα τήζ μακαρίτισσας πρώτη φορά τον έβλεπε. Αλλά ήξερε τον προηγούμενο άντρα της, γιατί προφανώς η αποδημήσασα είχε δευτεροπαντρευτεί. Τουλάχιστον αυτήν την εικασία έκανε ο Γιώργος, καθώς την έντυνε, ό,τι είχε απομείνει από δαύτηνε... τα πόδΓια της, αυτά που άλλοτε άνοιγε για χάρη του, ήταν στραπατσαριζμένα από το δυστύχημα. Ο Γιώργος και η τερματίσασα είχαν σφοδρή και θυελλώδη ερωτική περιπέτεια δέκα χρόνια πριν. Ληγμένη άδοξα. Κανείς από τουζ δΓυο τους δεν ανέλαβε να πει το τελικό «αντίο» στον άλλον, μα ο χωριζμός ήρθε. Πικρός, στυφός, γεμάτος πόνο, πληγωμένα εγώ, φριχτούς καβγάδες κι ανείπωτες συγκρούσεις και τρικυμία στα μυαλά τους. Οργή και δΓιάθεση για εκδίκηση είχαν κατακυριέψει τον νου τού θάφτη μας. Και θάφτη ‘της’. Ονειρευόταν τη μέρα, που γονατιστή θα τον ικέτευε να ξαναζμίξουν. Τι θα της έλεγε τότε; Δεν ήξερε. Δεν είχε ιδέα.

Νέα της είχε να μάθει ουσΧιαστικά από τότε. Από δέκα χρόνια πριν. Μια φορά μόνο την είχε δει (κι αυτήν από μακριά) σε μια συναυλία τού Αγγελάκα στη Μονή Λαζαριστών, πέντε χρόνια πριν. Συνοδευόμενη από τον άντρα της, τον τότε άντρα της.

Επαγγελματιζμός, συνέπεια, αξΧιοπιστία: το τρίπτυχο του Γραφείου Τελετών ‘η Γαλήνη’, με το οποίο και δΓιαφημιζόταν διακριτικά στις εφημερίδες. Τελευταία και στο Γουέμπ. Με θαυμαστή επαγγελματικότητα και με κρύο αίμα, την έντυσε, αποφεύγοντας περιττές κινήσεις που θα μπορούσαν να θεωρηθούν χάδΓια και τρυφερότητες. Και, όχι, δεν ήταν δάκρυ αυτό που πήγε να κυλήσει από το μάτι. Η μύτη του έτρεξε και έσπευσε να ρουφήξει μια μυξούλα προς τα μέσα.

Στην εκκλησία, η τελετή ήταν σύντομη και λιτή. Απέφυγε τα βλέμματα των κοινών γνωστών, αν και η επίμονη, βουρκωμένη, ματΧιά μιας φίλης τους τον τόξευε κατάματα συνεχώς. Τι θέλει τώρα κι αυτή; Αφού είχαν τελειώσει όλα προπολλού. Πριν πεθάνει η Άλλη, ήταν ήδη νεκρή για τον Γιώργο. Μα όσο και να προσπάθησε να συγκρατήσει τη σκέψη του, δεν τα κατάφερε, κι αυτή άρχισε να του φτερουγίζει στα παλιά. Στιζ νύχτες που έμενε ξάγρυπνος, κλαμένος, κοιτώντας το ταβάνι. Στα πρωινά του, που άρχιζαν με ένα μπουκάλι κρασί, λίγο πριν χωρίσουν. Στα χαμόγελά της. Στους οργαζμούς της μαζί του.

«Αιωνία η μνήμη» φαλτσάρει έναζ βραχνός παπάς. Σε λίγο, το απόσπαζμα, η κουστωδία, παίρνει τον δρόμο προς το μνήμα. Και όλα ακολουθούν το τυπικό. Διστάζει ο Γιώργος να ρίξει την πρώτη δική του φτΧυαρΓιά, αλλά πετρώνει την καρδΓιά του, και το κάνει. Επαγγελματιζμός. Συνέπεια. ΑξΧιοπιστία. Είπαμε.

ΒράδΓιασε και φύγαν όλοι από τα νεκροταφεία. Μόνος έναζ Γιώργος κάθεται σκυφτός και βουβός πάνω από το μνήμα. Σαν παγωμένος μες στο καλοκαιρινό σούρουπο. Σκέψεις-βολίδες δΓιατρέχουν το κεφάλι του και το πυρπολούν. Μία σκέψη: να ξεσκάψει το χώμα, και να την αγκαλιάσει, να την χορτάσει. Σκέψη δύο: να την αρπάξει από το κιβούρι, και να την ταριχεύσει. Έτσι, θα την έχει για πάντα δική του. Θα βρει κάπΧοια μυστική κρύπτη να την βάλει. Σκέψη τρίτη και φαρμακερή: να φτύσει με σιχαμάρα πάνω από τον τάφο της, να κατουρήσει με μανία το μνήμα της, όπως αυτή τον πότισε φαρμάκια και πόνο.

Γιάννης Γεωρ. Σημαντήρας

Σάββατο 5 Ιουλίου 2008

ο ντομάτας

ΗΤΑΝ Η ΕΠΟΧΗ, ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΕΤΡΩΓΑ ΠΟΛΛΕΣ ΝΤΟΜΑΤΕΣ. ΗΤΑΝ Η ΕΠΟΧΗ, ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΕΤΡΩΓΑ ΞΑΝΑ ΠΟΛΛΕΣ ΝΤΟΜΑΤΕΣ… ΓΙΑΤΙ, ΑΠΟ ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΘΥΜΑΜΑΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ, ΕΤΡΩΓΑ ΝΤΟΜΑΤΕΣ.
Για ένα δΓιάστημα μόνο, τις είχα περΓιορίσει, επειδή δεν έβρισκα πουθενά ντομάτες με γεύση ντομάτας. Άνοστες ντομάτες, σαν να ήταν φτΧιαγμένες από κόκκινο μαλακό πλαστικό είχαν κατακλύσει όλη την αγορά. Απογοητευμένος, το είχα ρίξει τότε στουζ ντοματοπελτέδες. Αγόραζα αρκετούς πολτούς ντομάτας, και τους τσάκιζα αλύπητα με ελαιόλαδο και με βαλσάμικο ξύδι. Και ψωμοτύρι.
Αλλά τα πράγματα γύρισαν -να πω «σαν από θαύμα;»- και επανεμφανίστηκαν ντομάτες ντοματένιες. Ντομάτες με ντοματένια ουσία. Ντομάτες τσαμπί. Όχι ότι όλες οι ντομάτες τσαμπί ήταν του γούστου μου. Αλλά μια ποικιλία από ντομάτες τσαμπί, που τις ξεχώριζα από το δΓιακριτικό αυτοκολλητάκι τους -όπως τους βαθμοφόρους στρατΧιωτικούς από τα αστέρΓια στη στολή- αποδείχτηκε πολύ τεφαρίκι! Ζουμερή. Μυρουδάτη. Αφράτη. Με άρωμα και γεύση ντομάτας. Και χωρίζ να είναι σκληρόφλουδη, οπότε δεν απαιτούσε και να τις πολυμασάω.
Δεν τις είχαν όλοι αυτές τιζ ντομάτες. Τις είχε μόνο ο Μασούτης, ο Α-Β Βασιλόπουλος και ο Βερόπουλος. Και πάλι, όχι όλα τα καταστήματα αυτών των αλυσίδων σουπερμάρκετ. Κι ένα μανάβικο στην Ολύμπου, που, όμως, δΓιαπίστωσα γρήγορα ότι, παρόλο που τις στόκαρε σταθερά και επαρκώς, τις είχε σε διπλάσΧια τιμή από τους υπόλοιπους, σχεδόν τρία ευρώ το κιλό. Κι έτσι, το είχα μόνο για ώρα ανάγκης. Για να μην ξεμένω από ντομάτες. Γιατί το ψυγείο μου είχε πάντα τρία-τέσσερα τσαμπΓιά ντομάτες, από την ποικιλία, ας την πούμε, Ζολί.

Στον Μασούτη ήταν που τον πρωτοείδα. Δούλευε στα οπωρολαχανικά. Βαρύς τύπος. Όταν έλεγε «παρακαλώ» στο «ευχαριστώ» σου, αφού είχε ζυγίσει τιζ Ζολί, το έλεγε μέσα από τα δόντΓια του. Πραχτικά, δεν ακουγόταν. ΚαμπούρΓιαζε, έγερνε προς τα μπροστά. Ψηλός, ξερακιανός, κοντό και λιγοστό μαλλί, που είχε αρχίσει να ασπρίζει, άσπρο πάντα και το πουκάμισο, και μπλουτζίν στάνταρ και γκαραντί. Σε εξυπηρετούσε παντα στα πεταχτά, σαν για να ξεμπερδεύει από την υποχρέωση, και έσπευδε να απομακρυνθεί από τα φρουτολαχανικά, σαν να τα είχε σιχαθεί. (Να έτρωγε άραγε ντομάτες αυτός ο υπάλληλος του Μασούτη τής Αγίου Δημητρίου;) Το ξέρω, μπορεί να είναι έτσι με όλους, αλλά δεν αποκλείω να έχει προσωπικά με μένα… μπορεί να έχει ακούσει την εκπομπή μου στο ράδΓιο, και να με αντιπάθησε από αυτήν, και να μου φέρεται έτσι, για να δείξει την απέχθειά του προς το πρόσωπό μου… ούτε ματΧιά δεν μου ρίχνει. Με ενοχλεί η συμπεριφορά του, και τον αποφεύγω. Έμαθα κι εγώ τον κωδικό τήζ ντομάτας Ζολί στον συγκεκριμένο Μασούτη, 003 είναι ο κωδικός, και όποτε έχει βάρδΓια, τον πληκτρολογώ μόνοζ μου στη ζυγαρΓιά την ηλεκτρονική, και ξενοιάζω.

ΚάπΧοια περίοδο, το πρόγραμμά μου είχε αλλάξει, με αποτέλεζμα να περνάω από τον Μασούτη αργά το απόγεμα, και δεν έβρισκα ούτε ντομάτεζ Ζολί ούτε τον κοκαλιάρη, εκνευριστικό υπάλληλο. Δεν είχε ντομάτες το μαγαζί. Δεν είχε βάρδΓια ο Ηλίας. Ας τον ονομάσουμε Ηλία, για να του δώσουμε ένα όνομα -κατά απόλυτη σύμβαση-, γιατί μέσα μου τον έλεγα κάπως υβριστικά. Ήταν τότε που αναγκάστηκα να ψωνίζω από τον Βασιλόπουλο της Τούμπας. Ένα απόγεμα, είμαι εκεί, Βασιλόπουλο Τούμπας, και ετοιμάζομαι να ζυγίσω τιζ ντομάτες τσαμπί Ζολί. Τις απιθώνω στη ζυγαρΓιά, και αμέσως με πΧιάνει τρεμούλα, καθώς αισθάνομαι την αύρα τού Ηλία να με περικυκλώνει. Φτηνό άρωμα, σαν Αξ, ανακατεμένο με εαρκοντισΧιονίλα… Προσπάθησα να μην δείξω την ταραχή μου. Τον ευχαρίστησα. Πάλι το ίδΓιο τροπάρι. Ένα ξεψυχιζμένο «να ’στε καλά», που το είπε με το ζόρι, σαν να είχαν ασελγήσει πάνω του ελέφαντες και ταύροι. Α, δεν θα με τρελάνει εμένα αυτό το καθίκι ο Ηλίας! Δεν θα παίζει με τα νεύρα μου. Μπορεί και να παραείδα βέβαια. Μπορεί και να μην ήταν ο Ηλίας. Όχι, όχι! Ήταν σίγουρα ο Ηλίας. Μόνο αυτός συμπεριφέρεται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Μπορώ να τον ξεχωρίσω, όπωζ μπορώ να ξεχωρίσω τιζ ντομάτες Ζολί και τα απόκρυφα τηζ γυναίκας μου.

Κόβω και τον Βασιλόπουλο. Και λέω «θ’ αρχίσω να ψωνίζω από τον Βερόπουλο τηζ γειτονιάζ μου». Εκεί ανακουφίστηκα. Πήγαινα το πρωί, και πάντα έβρισκα Ζολί. Και όχι Ηλία. Κάποτε (πώς στα τσακίδΓια μού έκατσε; πώζ με βόλεψε;), πέρασα από Βερό μεσημεράκι. Πήρα πέντε τσαμπΓιά Ζολί, και πάω να τα ακουμπήσω πάνω στη ζυγαρΓιά αμέριμνος. Έτοιμος να καλαμπουρίσω και με μια πρόσχαρη μεσηλικίνα, που φαινόταν να το λέει η καρδΓιά της με τους άντρες… Την πήγαινα πολύ. Το αίμα άρχισε να χτυπάει με τραντάγματα στις φλέβεζ μου, όταν αντίκρισα την καμπούρα και το λευκό πουκάμισο της ψηλόλιγνης φιγούρας του λεγόμενου Ηλία. Πήρε τιζ ντομάτες, χωρίζ να σηκώσει το βλέμμα του προς τα μένα, τιζ ζύγισε ζβέλτα, αλλά χωρίζ να τις ζουλήξει ή να τις πληγώσει, και με την ίδΓια, γνώριμη, επιδέξια κίνησή του τις έβαλε, ρουτινιάρικα, στη χαρτοσακούλα, και μου τις έτεινε με ένα ξέπνοο: «ορίστε». Ευχαρίστηκα και γκάζωσα να την κάνω, αποφεύγοντας τα κρύα, βλοσυρά και μηδενικών ντεσιμπέλ «να ’στε καλά» του.

Κομμένος κι ο Βερόπουλος, Ηλία. Παζ να με στείλεις στο τρελάδικο, ρε παίχτουλα; Και θα σου κάνω το χατίρι; Θα σε αφήσω να με λωλάνεις; Όχι, δικέ μου. Δεν θα σου περάσει. Δεν ξέρω πώς τα καταφέρνεις και με ακολουθείς κατά πόδας. Με παρακολουθείς, ρε; Και πώς σε προζλαμβάνει κάθε φορά και άλλος Όμιλος Σουπερμάρκετ; Ή μήπως είναι κι οι σουπερμαρκετατζήδες στο κόλπο; Μήπως με κυνηγάν τα συμφέροντα; Μήπως είσαι πΧιόνι τού κεφαλαίου; Όργανο της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών; Τι δΓιάλο συμβαίνει, Ηλία; Τι δΓιάλο ΜΟΥ συμβαίνει, Ηλία;

Δεν μου έμειναν και πολλές επιλογές. Μία μονάχα. Όλοι οι δρόμοι βγάζουν στο μανάβικο στην Ολύμπου. Το είχε παλιά ένας καλόγνωμος γεράκος με τα δΓυο αγόρΓια του. Είχε χάσει τη γυναίκα του, και όλο την θρηνούσε στα κρυφά. Αλλά ήταν κιμπάρης. Και συνεννοήσιμος. Τώρα, το πήραν δύο άλλα αδέρφΧια ΠΑΟΚτσήδες, που όλο ακούν αθλητικά ραδΓιόφωνα για την ομάδα τους, και όλο αντιδικούν φωνακλάδικα με τους πελάτες για την ΠΑΟΚάρα. Δυσφορία με πΧιάνει κι εκεί. Η παοκτσίδικη κουλτούρα δεν είναι ακριβώς η προτίμησή μου. Αλλά η μάνα τους είναι ευγενική και χαμογελαστή. Πού και πού, μου κάνει κι έκπτωση. Μου «κόβει» τρία λεπτά τού ευρώ. Κάποτε, όταν ήπια της παραπονέθηκα για την τιμή των Ζολί, σε μια χειρονομία αβερτοσύνης και γενναιοδωρίας, μου έκοψε πέντε ολόκληρα λεπτά από τον λογαρΓιαζμό. Μη συζητάς. Θα φαλιρίσει ολόκληρος ο ΠΑΟΚ. Ας είναι. Ψιλοβολεύτηκα με την οικογένεια ΠΑΟΚ. Τρία ευρώ το κιλό οι ντομάτες; Τρία ευρώ. Τι να κάνουμε; Από το να βλέπω τα μούτρα τού Ηλία, χίλιες φορές να πληρώνω κάτι παραπάνω.

Χτες, πέρασα από το μανάβικο στην Ολύμπου να πάρω τη δόση μου. Από ντοματίνη και από ΠΑΟΚ. Κόζμος μαζεμένος απόξω. Τι έγινε, ρε παιδΓιά; «Μην τα ρωτάς, αγόρι μου!» μου λέει έντρομη μια καλοκάγαθη, μαυροφορεμένη γιαγιούλα. «Τουζ δολοφόνησαν όλους τους, παιδί μου… όλη την οικογένεια. Τουζ μπούκωσαν και τους έπνιξαν με ντομάτες…»
Ξεροκαταπίνω και στρίβω. Κάτι δεν μου πάει καλά στην όλη ιστορία.

Ένα μήνα αργότερα, περνάω από το σημείο. Το μανάβικο έχει ξανανοίξει! ‘Το Μποστάνι’. Έτσι το λέγανε παλιά. Χωρίζ να το θέλω, το βλέμμα μου καρφώνεται πρώτα σε ένα λευκό πουκάμισο που απομακρύνεται στο εσωτερικό τού μαγαζΓιού, κι ύστερα στην ταμπέλα του, στη νέα ταμπέλα του:
‘Οπωροπωλείον ο Ηλίας’.

Γιάννης Γεωρ. Σημαντήρας

στη φωτό (μου): ένα πουκάμισο (όχι τού Ηλία Ντομάτα) // εσκεμμένη η χρονική ανακολουθία στις τελευταίες δύο παραγράφους, για να αποδοθεί η συγκεχυμένη έννοια του χρόνου, από την οποία πάσχει ο αφηγητής

new story. monday07july08, at midnight, on 95,8FM.

Θα έχει (ημι)τσόντα; Πρωτοπρόσωπη αφήγηση; Θα παίξει ο Τέπης Μαχτές; Φευγαλέα εμφάνιση από τη Σίσσυ; Θα ...άπτεται (πΧιο ψαρώτικους ρήμα δεν έχει! σαν το άπτομαι δεν έχει!) τηζ μουσικής;

Όλες οι απαντήσεις, τα μεσάνυχτα της Δευτέρας 07 Ιουλίου 2008. Στον 95,8.

(μια από τις τελευταίες ιστορίεζ μας, πριν την κάνουμε με άδΓεια).

Γ.

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2008

δωρική λιτότης: μύθος τού κερατά

Ή ταν ή επί τας
Ω ξείν’, αγγέλλειν Λακεδαιμονίοις, ότι τήδε κείμεθα, τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι
Άμες δε γ’ εσόμεθα πολλώ κάρρονες...
(και πΧοιος ξέρει πόσα ακόμα):

Τελικά, μήπως αυτοί οι ΣπαρτΧιάτες ήταν φλύαροι;

Γ.Σ.

Κυριακή 29 Ιουνίου 2008

ΕΠΙ ΤΑΣ

«— ΓΙΑΝΝΑΡΑ, ΑΔΕΡΦΕ ΜΟΥ…»

ΕΤΣΙ ΞΕΚΙΝΑΕΙ ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ.

ΠΑΝΤΑ ΕΤΣΙ ΜΕ ΕΛΕΓΕ: «ΓΙΑΝΝΑΡΑ».

Από τότε που μεγαλώναμε μαζί, γειτονόπουλα και συμμαθητές στο ίδΓιο θρανίο, σε ένα χωρΓιουδάκι τής Σκύδρας (δεν έχει σημασία σε πΧοιο). Σημασία έχει ότι το χωρΓιό μας έπεφτε πάντα μικρό για τον Νικόλα. Από τότε που άρχισε να καταλαβαίνει τι του γίνεται, λίγο αφότου μπήκε στην εφηβεία, ο Νικόλας το ’ριξε στο ξεφύσημα και στον αναστεναγμό. Θηλιά στο λαιμό του το στενό κάδρο τού χωρΓιού. «Δεν είμαι εγώ για εδώ, ρε Γιαννάρα», μου έλεγε και μου ξανάλεγε. «Γράψε μείον ένας αγρότης στο χωρΓιό, δεν θα πάθει και τίποτα ο τόπος, έτσι και με χάσει, ε;». Τον ένιωθα. Καταλάβαινα πολύ καλά για τι μου μιλούσε. Αλλά εγώ είχα δΓυο αδερφές και μια μάνα (συν έναν πατέρα, σκλάβο τού αλκοόλ), και δεν με έπαιρνε να κάνω όνειρα φυγής. Και δεν έφυγα. Σε αντίθεση με τον Νικόλα, που πήρε τα μπογαλάκια του (τρόπος τού λέγειν, δΓυο αλλαξΧιές ρούχα και μερικά εσώρουχα, μέσα σε έναν κόκκινο Αντίντας σάκο) και άφησε πίσω του μονάχα αναμνήσεις. Ένα πρωί τού Οχτώβρη τού 1988. Κοντά είκοσι χρόνια πριν. Συγγενείς άλλους δεν είχε από μια θΧεια που τον ανέθρεψε (γονείς είχαν σκοτωθεί σε τροχαίο). Εκείνο το πρωί τού Οχτώβρη, αποχαιρετήσαμε τον 20χρονο Νικόλα, τα μπογαλάκια του και τις οικονομίες του (τα καλοκαίρΓια δούλευε πάντα στα ροδάκινα) στον Σταθμό τού τρένου, η θΧεια του κι εγώ, ο αδερφικός φίλος του. Στη θΧεια του είπε ότι πήγαινε στην Αμερική να δουλέψει και ότι θα γύριζε σε πέντε χρόνια, παραλής και σένιος. Η θΧεια του, που ήταν και αλαφρούτσικη στα μυαλά της, το έχαψε σαν μπουκιά ψωμί.

Εγώ ήξερα. Μου είχε εξηγήσει. Θα την έκανε για Καναδά, σε έναν άλλο μπάρμπα του, χωμένο στα κόλπα και μπαζμένο στα κυκλώματα. Είχε ένα όνειρο, και, με λίγη βοήθΧεια κι από τον τσάκαλο τον μπάρμπα του, θα το πετύχαινε πάση θυσία. Δεν θα επέστρεφε, άμα δεν τα κατάφερνε. Ήταν μια μοντέρνα ανάπλαση του σπαρτΧιάτικου «Ή ταν ή επί τας». Ο Νικόλας ονειρευόταν να γίνει ηθοπΧοιός σε αυτό που συγκεκαλυμμένα λέμε «ρεαλιστικό σινεμά». Το είχε αποφασίσει. Μόνο αυτό τού ταίρΓιαζε. Λάτρευε τιζ γυναίκες. Χωρίς τη μυρΓουδΓιά τους στο κορμί του, έμοιαζε ελαττωματικός. Ήθελε πολλές. Τις ήθελε όλες. Ο πρώτος ήταν ή ο τελευταίος;

Για να είμαι ειλικρινής, δεν πίστευα ότι θα μπορούσε να κάνει ούτε το παιδί για τα θελήματα στη βΓιομηχανία τού πορνό. Από αγγλικά, δεν σκάμπαζε, παρά μόνο το ‘γιες’. Και ούτε που είχε βγει ποτέ από το χωρΓιό. Το μόνο του προσόν ήταν η εργατικότητα (σκυλί μαύρο λέμε) και η φιλοτιμία. Και μάθαινε γρήγορα. Έτσι κι έδινε βάση, τα έπαιρνε τα «γράμματα».

Τον πρώτο καιρό, μου έγραφε κάθε 15 μέρες ο Νικόλας. Ήταν καλά, ήταν στον Καναδά, έκανε δουλειές τού ποδαρΓιού, ο μπάρμπας του τον πλάσαρε σε παραγωγούς βρομοταινιών, είχε κάνει και μερικά δοκιμαστικά, μου έστελνε και μερικά δολάρΓια. «Για τη μάνα σου και τις αδερφές σου, ρε Γιαννάρα –δεν έιναι τίποτα, πες πως είναι δανεικά...» Μετά, τα γράμματα όλο και αραίωναν, ώσπου έζβησαν τελειωτικά, και νέα του δεν λάμβανα. Στις δικές μου επιστολές δεν απαντούσε. Άρχισα να ανησυχώ. Με ζώσανε τα φίδΓια.

Παντρεύτηκα, έκανα παιδΓιά, Νικόλας γιοκ, δεν δίνει σημεία ζωής. Ο κόζμος, όμως, είναι μικρός, σαν μια μπάλα ποδοσφαίρου, σαν έναζ βόλος, από αυτούς που παίζουν τα παιδΓιά, και υπό τον ήλιον κρυπτόν ουδέν. Ένα βράδυ που σέρφαρα στο Ίντερνετ, έκανα search στο όνομά του. Χριστός κι Απόστολος και δεκαεφτά κουρσάροι, τι ήταν τούτο; Χιλιάδες αποτελέζματα. Καλώς τον Νίκολας, ρε… Νικ δε μπιγκ, τον λέγανε πΧια στις Αμερικές και τους Καναδάδες, προφανώς εχτιμώντας το μέγεθος της… προσωπικότητάς του. Nick the big, the smiling Greek, a stunning career in adult movies, έγραφε ένας τίτλος από μια ειδική εφημερίδα τού κλάδου του. Του κλάδου τηζ βαρΓιάς βΓιομηχανίας τού κορμιού. Και να ’ταν μόνο αυτό! Ο Νικόλας είχε στήσει δύο δικά του σάητ στο Γουέμπ. www.nickthebig.com, και το www.big-greek.com. “Hi. My name is Nick Nickou, and I alone run this site”, έγραφε στο ένα. Τιμή σου και καμάρι σου, ρε αδερφέ. Και λίγη από το δόξα σου ας αντανακλά και στην ιδΓιαίτερη πατρίδα σου, που γέννησε γκοματζάν πρωταγωνίσταρο.

Με τα πολλά, τσέκαρα και τα σάητ του, αγόρασα και ταινίες του με πιστωτική. Και -εκεί είναι που τον παραδέχτηκα!- παρακολούθησα έναν Νικόλα ντούρασελ, να κάνει τα τρελά του, με τη γνωστή εργατικότητά του. Σαν να μάζευε ροδάκινα στον Κάμπο, τα χρόνια τα παλιά. Κάτω το κεφάλι, και να γεμίζει το τελάρο. ΣπεσΧιαλιτέ του τα όργια με δώδεκα κυρίες… ο άνθρωπος ήταν μηχανή. Πολλούς άλλους άντρες δεν έβλεπες στις ταινίες του, αλλά μου το εξηγεί αυτό στο γράμμα του, που ξεκίνησα να δΓιαβάζω, το πρώτο ύστερα από χρόνια. Τραβάω μια τζούρα χυμό (από τότε που χάσαμε τον χαραμοφάη τον γέρο μου από το ποτό, κομμένα δΓια βίου το αλκοόλ), και συνεχίζω την ανάγνωση:

«— ΓΙΑΝΝΑΡΑ, ΑΔΕΡΦΕ ΜΟΥ,

Ίσως και να ’χεις μάθει τα κατορθώματά μου. Το όνειρό μου εγώ το έκανα πράξη, my brother. 1500 ταινίες, δύο websites, και ό,τι ανωμαλία βάλει ο νους σου… έχω στο ενεργητικό μου. Ασπρίσαν τα μαλλιά μου κι όλεζ μου οι τρίχες στα πλατό, ρε Γιαννάρα. Το μόνο που είχε αρχίσει να με ενοχλεί, ήταν να παίζω με άλλους άντρες στην ίδΓια σκηνή. Με φρίκαρε. Σιχαινόμουν τους άλλους άντρες. ΧώρΓια που από κατήγορος, σ’ αυτού τού είδους τα έργα, μπορεί να βρεθείς κατηγορούμενος, if you know what I mean. Eιδικά κάτι μαύρους νταγλαράδες, τελείως χαϊβάνια, απολίτιστους και άπιστους (ξέρεις εγώ, πιστεύω στην Παναγιά, κι ακόμα πάω στην εκκλησία τις ΚυρΓιακές, και κάνω ανελλιπώς τον σταυρό μου, πριν πΧιάσω δουλειά…) … ε, ειδικά τούζ blacks τούς φοβόμουνα, και έτσι σταμάτησα να παίζω με άλλους άντρες. Όλα καλά, αδερφάκι μου, κι όλα ωραία, και δε μασάω από τίποτα, και τις εξετάσειζ μου τις κάνω ταχτικά, και κατάγερος είμαι, και από λεφτά να φαν κι οι κότες, αλλά το ντέρτι δεν παλεύεται, ρε γαμώτο!
ΠΧοιο ντέρτι; Θα σου εξηγήσω.
Γρήγορα, μυρίστηκα ότι η αγορά αγαπά τα μη-συνηθιζμένα, τα όχι τυπικά, και έτσι, εδώ και δΓυο χρόνια, έβαλα μπροστά ένα πρότζεκτ με νάνους. Δηλαδή, με νανίνες. Με female dwarves, που λέμε κι εμείς εδώ. Και πάλι όλα καλά. Πώς στο δΓιάολο πήγα και στούκαρα και ερωτεύτηκα μια νανίνα, Σέριλ την λένε, τα μισά από μας χρόνια έχει; Τι κλικ έγινε στην ψυχή μου, μπορείζ να μου πεις; Για εμένα, ρε Γιαννάρα, έχουν αυτοκτονήσει γυναίκες, να ξέρεις. Τρεις. Επειδή δεν ήθελα να βγω μαζί τους μετά τη δουλειά, και το έπαιζα αυστηρός και σώνει και ντε στυγνός professional, και όχι οικειότητες και τρυφεράδες. Η τρίτη με καταράστηκε με βαρΓιά κατάρα. Και έπΧιασε, θαρρώ, η κατάρα τήζ μακαρίτισσας, και να με στο φουλ καψούρης. Με τη Σέριλ, τη νανίνα, μισή μερίδα άνθρωπο, μα για εμένα η Παναγιά μου. Να μη σου τα πολυλογώ, η Σέριλ μού το έχει ξεκόψει. Βλεπόμαστε μόνο επαγγελματικά. Μόνο στο σετ. Είναι ερωτευμένη με έναν νάνο, και ετοιμάζεται να τον παντρευτεί η βρόμα. Ρε, χρυσή την έκανα. Ρε, κλαίω για τη χαμένη –με πΧιάνεις; Το καταλαβαίνεις; Ασύλληπτο. ΖμάρΓια από γυναίκες τρέχουν ξοπίσω μου, και εγώ (μα να με μουντζώσεις δεν είμαι;) δεν έχω μάτΧια παρά μόνο για τη Σέριλ! Όνειδος, ρε μπρο. Καταστροφή. Κλείνω τις φορολογικέζ μου εκκρεμότητες με το αμερικανικό ΔημόσΧιο, κι ετοιμάζομαι να επιστρέψω, Τζονάρα! Actually, τώρα που θα δΓιαβάζεις τιζ γραμμέζ μου τούτες, ίσως και να είμαι στο τρένο…»

Δίνω μια και δίνω δΓυο, και με την τρίτη, είμαι στον Σταθμό τού τρένου. Ο παλαβός το ’πε και το έκανε! Με τον ίδΓιο κόκκινο, πολυκαιριζμένο πΧια, Αντίντας σάκο.
«— Α, ρε Νικόλα! Εσύ τελικά επέστρεψες επί τας!», του λέω, καθώς τον αγκαλιάζω.
«— Ορίστε, Γιαννάρα; Τι θεζ να πεις μ’ αυτό;»
Τίποτα. Κάτι δικά μου.

Γιάννης Γεωρ. Σημαντήρας
λίγο πριν από την ηχογράφηση του επί τας στους ραδΓιοθαλάμους τής αγγελάκη έξι (self portrait κι έτσι)

Σάββατο 28 Ιουνίου 2008

one more story. monday30june08 @ midnight, on 95,8FM.


Άλλη μια ιστορία θα λάβει την άγουσα προς τα ερτζΓιανά (ελληνικά τού κώλου, αλλά πώς τα κόβει κανείς;) μεσάνυχτα Δευτέρας (εντάξει, ακριβολόγοι μου, δώδεκα και πέντε), 30 Ιουνίου 2008, στον 95,8FM τής ΕΡΤ3. Την ηχογράφησε ο ηχολήπτης Παναγιώτης Γερομανώλης στο production τού 95,8, στην Αγγελάκη 6, βράδυ Παρασκευής, 27 Ιουνίου. Λίγο πριν μπω στο στούντιο, έστησα τα συμπράγκαλά μου (έτσι γράφεται αυτό;) να ποζάρουν για μια καθΧιερωμένη εθιμοτυπική φωτογραφία. Η ιστορία δεν θα λέγεται 83. Το καπέλο δεν συναρτάται με κανέναν τρόπο με το περΓιεχόμενο της ιστορίας.

Γ.

[ακουστικά: Sennheiser, νερό: Voss γυάλινο, μαρκαδοράκι: Faber-Castell, ντοσΧιές: Leitz, καπέλο: Οviesse]

------------------------------------------------------------------------------------------------

Ώσπου να δει το φως τής δημοσΧιόητας (ελληνικά τού κώλου, αλλά πώς τα κόβει κανείς;) η νέα ιστορία, ακολουθεί ένα ποιηματάρΓιον, το οποίο απήγγειλα τα μεσάνυχτα της Πέμπτης 26 Ιουνίου 2008 στα δΓιαμάντΓια. Με την ον έαρ απαγγελία τής πρώτης βερσΧιόν του, άρχισε η εκπομπή. Με την απαγγελία τήζ δεύτερης εκδοχύς, τελείωσε η εκπομπήου.

«ΒΡΑΖΟΥΝ»
,
ΤΑ ΚΑΥΤΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΑ ΒΡΑΔΓΙΑ,

τα σκουπίδΓια.
Τα σκουπίδΓια, που ασφυχτιούν μες στις σακούλες απορριμμάτων.
Μες στους κάδους στουζ δρόμους. Μες στα δοχεία στα σπίτΧια μας. Μέσα στα απορριμματοφόρα τού Δήμου,
που τα αλέθουν και τα πολτοποιούν.
Αλλοιώνονται τα τρόφιμα στα σκουπίδΓια. Χαλάνε οι ελιές. Πώς θα σαπίζουν άραγε οι μαύρες ελιές;
Τα πεταμένα φαγητά μουχλιάζουν γρήγορα από τη ζέστα. ΠΧοιος έχει δει μουχλιαζμένες λαδερές γεμιστές πιπερΓιές;
Εγώ έχω δει, και το θέαμα ήταν πολύ τού γούστου μου. Σαπίλα, ρε. Αληθινή σαπίλα. Σήψη.
Αρχίζουν και μυρίζουν οι εκκρίσεις των αντρών και των γυναικών, στα χαρτΧιά και στα βαμβάκια υγιεινής.
Χορεύουν οι ποντικοί στις χωματερές, ανασύροντας ευρήματα.
Φλούδες από καθαριζμένα μήλα, τσόφλια από αβγά, τόνερ από λέηζερ εκτυπωτές, με μαύρη μελάνη σε σκόνη να μαυρίζει το άσπρο τσόφλι τού αβγού.
Σαλιωμένες χαρτοπετσέτες, μυξωμένα χαρτομάντιλα, λασπωμένες μπανανόφλουδες, γλιτσΧιαζμένες κονσέρβες τόνου… χυμοί με ζάχαρη που κολλάνε, παγωτά λιωμένα με τιζ μύγες πάνω τους.
Και πολλά άλλα. Η απόληξη της κατανάλωσης χαραχτηρίζεται από ποικιλία.
Εμείς κοιμόμαστε (...και όλα τα εις «-όμαστε») και τα σκουπίδΓια μας βράζουν και σήπονται…
--- . ---
«ΒΡΑΖΟΥΝ»,
ΤΑ ΚΑΥΤΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΑ ΒΡΑΔΓΙΑ
,
τα σκουπίδΓια.
Τα σκουπίδΓια, που ασφυχτιούν μες στις σακούλες απορριμμάτων.
Μες στους κάδους στουζ δρόμους. Μες στα δοχεία στα σπίτΧια μας. Μέσα στα απορριμματοφόρα τού Δήμου,
που τα αλέθουν και τα πολτοποιούν.
Αλλοιώνονται τα τρόφιμα στα σκουπίδΓια. Χαλάνε οι ελιές. Πώς θα σαπίζουν άραγε οι μαύρες ελιές;
Τα πεταμένα φαγητά μουχλιάζουν γρήγορα από τη ζέστα. ΠΧοιος έχει δει μουχλιαζμένες λαδερές γεμιστές πιπερΓιές;
Εγώ έχω δει, και το θέαμα ήταν πολύ τού γούστου μου. Σαπίλα, ρε. Αληθινή σαπίλα. Σήψη.
Αρχίζουν και μυρίζουν οι εκκρίσεις των αντρών και των γυναικών, στα χαρτΧιά και στα βαμβάκια υγιεινής.
Χορεύουν οι ποντικοί στις χωματερές, ανασύροντας ευρήματα.
Φλούδες από καθαριζμένα μήλα, τσόφλια από αβγά, τόνερ από λέηζερ εκτυπωτές, με μαύρη μελάνη σε σκόνη να μαυρίζει το άσπρο τσόφλι τού αβγού.
Σαλιωμένες χαρτοπετσέτες, μυξωμένα χαρτομάντιλα, λασπωμένες μπανανόφλουδες, γλιτσΧιαζμένες κονσέρβες τόνου… χυμοί με ζάχαρη που κολλάνε, παγωτά λιωμένα με τιζ μύγες πάνω τους.
Και πολλά άλλα. Η απόληξη της κατανάλωσης χαραχτηρίζεται από ποικιλία.

Κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά τα βρόμικα και πεταμένα υλικά, ελπίζω να σαπίζουν (να έχουν σαπίσει για τα καλά)
και τα γεμάτα απόγνωση γράμματα, που σου είχα στείλει πέντε καλοκαίρΓια πριν.
Από το να είναι τα χειρόγραφά μου στα παλιόχερά σου,
προτιμώ να σαπίζουν λασπωμένα σε κάπΧοια μακρινή και άγνωστη χωματερή.

ΓΣ

Σάββατο 21 Ιουνίου 2008

...αλλά στην εκτέλεση των Los Lobos, ε;

ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΚΑΝΕΙΣ ΝΑ ΠΕΙ ΟΤΙ ΕΙΜΑΙ Ο ΟΡΙΖΜΟΣ ΤΗΣ ΧΡΥΣΗΣ ΜΕΤΡΙΟΤΗΤΑΣ.
ΜΕΤΡΙΟΥ ΑΝΑΣΤΗΜΑΤΟΣ (1,75) ΚΑΙ ΜΕΤΡΙΑΣ ΗΛΙΚΙΑΣ (47).
ΜΕΤΡΙΑΣ ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΜΕΤΡΙΑΣ ΜΟΡΦΩΣΗΣ.
Για τη μόρφωση, θα συμπλήρωνα ότι εκ πεποιθήσεως παραμένω μέτριας μόρφωσης. Ενώ μού δίνεται η ευκαιρία να γεμίσω τα κενά τήζ γνώσης, να βουλώσω τις τρύπες τής αμαθησΧιάζ μου (της ημιμάθειάζ μου, σωστότερα), εγώ συνειδητά επιλέγω να πατάω φρένο στον δρόμο προς την καλλιέργεια και την απ’ όλους λεγόμενη δΓιεύρυνση των πνευματικών οριζόντων (μου). Όσα χάζματα μάθησης έχω, άλλα τόσα χάζματα απραξίας έχω στη δουλειά μου. Λένε και κάτι άλλο: καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή. Α, πόσο συμφωνώ με το ρητό τούτο. Καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή, αλλά στη δική μου τη δουλειά έχω, συχνά, οπή. Οπή απασχόλησης. Ραστώνη. Πώζ να το πω;

Είμαι έναζ μέτριος άνθρωπος, που μιλάει μετρίως και γελάει μετρίως. Δεν σαχλαμαρίζω, δεν χαχανίζω, δεν σπαταλιέμαι σε βλακείες κι ανοησίες. Αυτά τα μάλλον προτερήματά μου, συν το ότι κατέχω -μέτρια, προς το καλά- πέντε πολεμικές τέχνες μέτρησαν, για να με ξεχωρίσει το αφεντικό μου, και να με περιβάλλει με εμπιστοσύνη. Είπαμε, είμαι μετρίως μορφωμένος: ένα «περιβάλλει με εμπιστοσύνη» μπορώ να το πω. Το αφεντικό μου, ο Γιώργος Γεωργιανός (ψευδώνυμο εξυπακούεται), έχει δημιουργήσει, με σκληρή και μεθοδική και επίμονη δουλειά, δέκα ετών, ένα -για να λέμε τα πράματα με το όνομά τους- πορνείο πολυτελείας. Έναν περιφερόμενο θίασο από θηλυκές, χμ, συνοδούς. Ντιλίβερι κοριτσΧιών και κυριών. Εγώ είμαι ο συνοδός των συνοδών αυτών. Πηγαίνω τα κορίτσΧια του Πρακτορείου μας, που λέγεται -ξέχασα να σας πω- ‘Ηδονική Εχεμύθεια’ στους πελάτες, και περιμένω να τελειώσουν την επίσκεψή τους, και να τις ξανασυνοδέψω στο επόμενο ραντεβού ή όπου αλλού χρειαστεί τελοσπάντων.

Πώζ να μην έχω ρήγματα απραξίας, στις ατέλειωτες ώρες τής αναμονής; Αν και είμαι εκπαιδευμένος να έχω τον νου μου. Τα μάτΧια μου τετρακόσΧια! Αλλά, όσο να πεις, και οι πελάτες είναι πΧια στανταριζμένοι και γνωστοί, και τα κορίτσΧια έμπιστα… και όλα ρέουν ομαλώς και άνευ προβλημάτων. Περιμένοντας τα κορίτσΧια, δΓιαβάζω. Αλλά, επειδή, όπως τόνισα, παραμένω εκ πεποιθήσεως μέτριας μόρφωσης, δΓιαβάζω πολλά βιβλία, από Φιλοσοφία, Μαθηματικά και Ψυχανάλυση, μέχρι ροζ μυθιστορήματα των ΛιβανοΚαστανιώτηδων, όμως το καθένα μέχρι τη μέση, και αυστηρώς μέχρι τη μέση, χωρίς παρασπονδίες. Έχω άποψη για τον κόζμο μας. Αλλά μισή. Είμαι του «ημι».

Με κορίτσι από το Πρακτορείο μας δεν έχω πάει ποτέ. Δεν μου το απαγόρεψε κανείς. Εγώ το αποφάσισα εξαρχής. Όπως συνηθίζω να τις πειράζω, όταν βγαίνουμε όλες μαζί, και το αφεντικό μου κι εγώ για φαγητό έξω, δηλαδή βρέξει-χιονίσει μια φορά τον μήνα: «α, ρε κορίτσΧια, χάσατε έναν εκρηχτικό εραστή, αλλά κερδίσατε έναν αληθινό φίλο»… εννοώντας εμένα.

Δέκα χρόνια τώρα, δουλεύω στην ‘Ηδονική Εχεμύθεια’, κι οι δουλειές παν από το επικερδές στο επικερδέστερον. Τα κορίτσΧια τα προσέχουμε σαν τα μάτΧια μας, και έτσι δεν έχουμε απώλειες, παρά μόνον αναπόφευχτες αποσύρσεις λόγω ηλικίας, οπότε και το ρόστερ μας συμπληρώνεται αυτομάτως με new entries. New entries έχουμε και στο πελατολόγιο, αλλά όχι και πολύ ταχτικά. Μας αρκούν οι δοκιμαζμένοι συνεργάτες, καθώς υπογραμμίζει το αφεντικό, που αγαπά να αναφέρεται στους πελάτες, αποκαλώντας τους συνεργάτες. Όσο τσουλάει η δουλειά, δεν έχουμε ανάγκη νέων συνεργατών, Αντρέα, μου επαναλαμβάνει. Κάθε νέο κι επικίνδυνο, Αντρέα…

Ο πΧιο νέος πελάτης ή συνεργάτηζ μας είναι ο Τέπης Μαχτές, και εδώ δεν ξέρω να βεβαιώσω αν πρόκειται για ονοματεπώνυμο ή για ατυχία στο όνομα. Εκείνο για το οποίο βάζουμε τα χέρΓια μας στη φωτΧιά, και ο αφεντικόζ μου κι εγώ, που συχνά απαντώ και στο τηλέφωνο, είναι ότι ο Τέπης Μαχτές είναι ο ευγενέστερος πελάτης μας. Συνεργάτηζ μας, εντάξει, αφεντικό. Συνεργάζεται μαζί μας έξι μήνες τώρα, και παραγγέλνει ερωτική τροφή (δική του η ορολογία) τρεις φορές την εβδομάδα. Χμ, αξΧιοσημείωτη σταθερότητα. Έχει δοκιμάσει όλα τα κορίτσΧια μας. Δεν έχει πρόβλημα με καμία, και τις παραγγέλνει κυκλικά. Δηλαδή, παραγγέλνει τη μία, μετά την άλλη… ώσπου συμπληρώνεται το πάνελ, και μετά φτου κι απ’ την αρχή. Κι όμως, παρά την αγγλοσαξονική καλοτροποσύνη τού Τέπη Μαχτέ, κάθε κορίτσι που έχει ραντεβού με τον Τέπη, φεύγει από το σπίτι του στα πρόθυρα νευρικής κρίσης.

Η Τζία, που είναι έμπειρη κοπέλα, τις προάλλες βγήκε κλαμένη από την εξώπορτα του Μαχτέ. «Τι έχεις, ρε Τζία;» Σιγή.
Η Τζίνα, που είναι από τους πΧιο γελαστούς και καλόβολους ανθρώπους στη Γη, έφυγε τρέμοντας, ύστερα από την πολλοστή επίσκεψή της στον Μαχτέ. «Τζίνα, τι σου έκανε, ρε κορίτσι; Χρειάζεται να επέμβω;». Τ’ αμίλητο νερό η Τζίνα.
Ακόμη κι η Τόρυ, μια τριαντάχρονη φλεγματική Σκοτσέζα, μανούλα στην αταραξία, καθοδόν προς το Πρακτορείο από το σπίτι τού Μαχτέ, έβγαλε ξαφνικά μια γοερή κραυγή πολλών ντεσιμπέλ μες στο αμάξι. Tory, is he cruel? την ρώτησα. Πάτησε τα γέλια τα νευρικά… Και μετά από λίγο: He’s a fine gentleman. But maybe he’s mentally cruel.
Mentally cruel? Ήταν και η μόνη πληροφορία, που κατόρθωσα να αποσπάσω για τον Μαχτέ. Τι εννοεί η Τόρυ;

Προχτές, βγήκαμε όλο το προσωπικό και ο αφεντικός έξω, στην καθιερωμένη συνάντησή μας για φαγητό, σε ένα Κλαμπ στην Εκάλη, όπου έπαιζε ένας συνεργάτης DJ. Σωστός παίχτης. Και με εύστοχες μουσικές επιλογές. Όλα τα κορίτσΧια τον παραδέχονταν για τα τραγούδΓια που δΓιάλεγε. Και όλες χόρευαν ανέμελα. Ώσπου, ο ντιτζέης είχε την έμπνευση να βάλει ένα τραγούδι, που εγώ τουλάχιστον είχα κάτι χρόνια να ακούσω, αν και το θεωρώ, μερικές φορές, ημικαγκορέ. Το La Bamba με τους Los Lobos. Mε το που έπεσαν οι πρώτες νότες, τα κορίτσΧια τι στο δΓιάολο, σεληνιάστηκαν; Άρχισαν να ουρλιάζουν σαν τέρατα, και να λένε όλες μαζί «πάμε να φύγουμε, πάμε να φύγουμε αμέσως!». H, δε, Τόρυ ξέσπασε σε ένα σπαραχτικό ‘No More!’. Σαστιζμένοι ο αφεντικός κι εγώ, πληρώσαμε και σαλπίσαμε αλαφΧιαζμένα υποχώρηση.

Ρε, Αντρέα, μου λέει την επομένη ο μπος, δες, ρε παλικάρι μου, σε παρακαλώ, τι συμβαίνει με τα κορίτσΧια. Τους τελευταίους μήνες, συμπεριφέρονται ανεξήγητα. Ήταν κι αυτό το χτεσινό…

Ήμουν βέβαιος ότι όλα άπτονται του Μαχτέ. Γι’ αυτό και την επομένη, που η Μαρί, μια ΕλληνοΓαλλιδούλα λεβέντισσα, είχε ραντεβού με τον Τέπη, έκανα κάτι που δεν το είχα κάνει ποτέ μου. Ξεκλείδωσα με πασπαρτού την πόρτα, για να παρακολουθήσω τι στα κομμάτια κάνει αυτός ο Μαχτές. Ήμουν πολύ περίεργος (συν ότι είχα κι ευθύνη). Τα κορίτσΧια ήταν εκπαιδευμένα σε αφόρητες ανωμαλίες και σε αυτό που πολλοί θα ονόμαζαν ‘δΓιαστροφές’. Τι ανωμαλία, τι δΓιαστροφή είχε ο Τέπης, και βασάνιζε τις κοπέλεζ μας;

Ο Τέπης «έκλεινε» τα κορίτσΧια πάντα για τριάντα λεπτά. Θα έκανα υπομονή για μισή ώρα να τον βλέπω και να τον ακούω εν ώρα δράσης (που δεν το είχα καθόλου όρεξη), για να διαπιστώσω ιδίοις όμμασι τι συμβαίνει. Πρέπει να πω ότι ήταν η πΧιο αβάσταχτη μισή ώρα τήζ ζωήζ μου. Ο Τέπης, ως εραστής, ήταν όπως ήταν ως πελάτης. Ευγενέστατος. Βολικός. Χωρίς την παραμικρή ιδΓιοτροπία. Δεν ζητούσε τίποτα από τη Μαρί, παρά μόνο το λεγόμενο κλασικό, το οποίο έκανε με αλάνθαστο ρυθμό. Με τον ρυθμό που του έδινε το Λαμπάμπα των Λος Λόμπος, που επί μισή ώρα έπαιζε συνεχώς, απανωτά, φορά με τη φορά, δΓιαδοχικά, στη δΓιαπασών στο πανάκριβο στέρεό του. Χαμογελούσε, δε, καθόλη τη δΓιάρκεια, σαν μικρό παιδί. ΧώρΓια που χάιδευε και τρυφερά τα μαλλάκια τηζ Μαρί. Κι από όσο μπορούσα να ακούσω, αποκεί που ήμουν, μουρμούριζε συνεχώς τα λόγια του Λαμπάμπα, άλλοτε με τους ορίτζιναλ στίχους, άλλοτε με «τραλαλαλα-λαλαλα….». Στη μισή ώρα απάνω, ο Τέπης εκσπερμάτωσε, σαν κουρδιζμένο ρομπότ, πλήρωσε, φίλησε γλυκά τη Μαρί, και την αποχαιρέτησε, λέγοντάς της «άιντε, Λαμπάμπα!».

Πηγαίνω τη Μαρί στο σπίτι της, και της εξηγώ ότι τα είδα όλα. Σ’ όλο τον δρόμο είναι σαν αποχαυνωμένο ζόμπι. Παρούσα-απούσα. Και έχει μια θλιμμένη όψη στο πρόσωπό της…
ΔΓυο κουβέντες μου είπε όλες κι όλες, και αυτές τις μεταφέρω αυτούσιες:
Αντρέα, έχουμε δοκιμάσει όλες τα πάντα. Μας έχει σπάσει τα νεύρα αυτός και το Λαμπάμπα του. Του πήραμε για δώρο μια συλλογή τήζ Rhino Records, με το Λαμπάμπα σε δΓιάφορες εκτελέσεις, μπας και σπάσει η μονοτονία λίγο, να ανασάνουμε και να βρούμε ξανά την ψυχική ισορροπία μας. Τίποτα αυτός. Αμετάπειστος. Δεν την έπαιξε ούτε μια φορά. Κι όταν τον ρωτάμε τι ανάγκη έχει το Λαμπάμπα πάνω στον έρωτα, απαντά σταθερά: «Μου δίνει ρυθμό, ρε κορίτσΧια. Αλλά στην εκτέλεση των ΛοςΛόμπος, ε;»Γιάννης Γεωρ. Σημαντήρας

[ εικονίζονται οι (ημικάγκορ;) Λος Λομπ ]