Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2013
(do not) give away your own chance
Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2013
εν ου παικτοίς
μια ιστορία για (όχι και τόσο) παιχνίδια
Εδώ είναι
που μπαίνω στο κάδρο εγώ, όταν με αγοράζει η μάνα τού Σήφη και πεθερά τής Νανώς
για τα τέταρτα γενέθλια του γιου τους, του Μάνου. Η Νανώ, ψυλλιασμένη για τα
καλά, με πηγαίνει στον παπά (κατά τα γνωστά), παπάς λείπει, καντηλανάφτης
Αλβανός με παραλαμβάνει, χωρίς να πολυέχει καταλάβει περί τίνος πρόκειται.
Καντηλανάφτης με πασάρει δώρο για τα τρίτα γενέθλια του ανιψιού του. Του παδιού
που με εξάγνισε, του Πύρρου. Και που ήμουν έτοιμος, κουρδισμένος από την μάνα
τού Σήφη, να βλάψω. Από καραμπόλα.
Γιατί είχα τα μάγια μέσα μου. Μα δεν μπόρεσα. Δεν μπόρεσα να νικήσω το αθώο κι
αναμάρτητο βλέμμα του.Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2012
you butthole is mine
Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012
Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2011
χριστουγεννιάτικη ιστορία
Η ΛΙΖ ΚΙ Ο ΤΟΝΤ. Μοναδικοί εν ζωή «απόφοιτοι» της ‘Γαλήνης’, ενός «ασύλου για ψυχικά διαταραγμένους». Στην πραγματικότητα, κάτω από τον υπότιτλο ‘Άσυλο για Ψυχικά Διαταραγμένους’, ο οποίος συνόδευε το ‘Γαλήνη’ (‘Γαλήνη’/Άσυλο για Ψυχικά Διαταραγμένους), κρύβονταν οξύτατες, ανίατες περιπτώσεις. Η ‘Γαλήνη’ χάσκει στη μέση τού πουθενά, όπως, σχετικά παραστατικά, έχει επικρατήσει να λέμε. Στην έρημο την αμερικανική. Σε κάποιο απομονωμένο ελληνικό νησάκι. Τι σημασία να έχει πια; Η ‘Γαλήνη’ γαληνεύει παντέρημη και παρακμάζουσα. Σοβάδες της ξεφτίζουν/ταβάνια στάζουν κάθε που βρέχει/τούβλα προβάλλουν σαν δόντια απειλητικά σε στόμα γριάς ξεδοντιάρας/παράθυρα και παραθυρόφυλλα βροντάνε, διαταράσσοντας την εκφυλιστική μακαριότητα. Κλειστή και σφαλισμένη από καιρό, η ‘Γαλήνη’ οδεύει γηράσκοντας προς το βάθος τού χρόνου.
Οι τρόφιμοί της έχουν αποχωρήσει από τα επίγεια. Όχι πως είχαν και σφιχτή σχέση με τα γήινα. Ο νους τους έκανε πανιά για άλλες διαστάσεις, ακατάληπτες από τους πολλούς. Πέρσι, με έναν ανακουφιστικό, τελικό επιθανάτιο ρόγχο, τερμάτισε ο Τζακ. Ο μόνος, μετά το ζεύγος Λιζ και Τοντ, εναπομείνας ασθενής. Ο Τζακ δεν αξιώθηκε να τα κατοστήσει, όπως του ευχόντουσαν στα παιδικά γενέθλια συγγενείς και φίλοι. Ενενηνταεννιά ετών και ενενήντα εννιά ημερών. Ταιριαστό φινάλε για τον Τζακ, ο οποίος είχε -όπως πειραχτικά έχασκαν οι θεράποντές του- «τη νόσο τού ενενηνταεννιά». «Όλα είναι ενενηνταεννιά!», βραχνοτσίριζε συνεχώς (μέχρι να φάει την ηρεμιστική ένεσή του, και να λουφάξει στη γωνία κουλουριασμένος).
Η Λιζ κι ο Τοντ, λες και έχουν συναίσθηση μιας βαριάς ευθύνης να συντηρούν ένα κτίριο-φάντασμα και να συνεχίζουν μια αόριστη παράδοση, κάθε Χριστούγεννα σκουπίζουν τη μεγάλη σάλα τής ‘Γαλήνης’. Ξεσκονίζουν τα λιγοστά έπιπλα, που δεν έχουν λεηλατηθεί. Έχουν φτιάξει μελομακάρονα. Πάντα δέκα. Όσοι και οι τρόφιμοι της τελευταίας φουρνιάς. Συμβολικά. Έτσι και φέτος. Η Λιζ, ο Τοντ και τα δέκα μελομακάρονα, ανήμερα στις 25 Δεκεμβρίου στην κεντρική σάλα τής ‘Γαλήνης’. Το τελετουργικό έχει στάνταρ ως εξής: Η Λιζ κι ο Τοντ θα σερβίρουν τις ξεχαρβαλωμένες πια, άδειες, πολυθρόνες. Ένα γλυκό απάνω σε κάθε πολυθρόνα. Τιμής ένεκεν. Η Λιζ λέει ότι οι ψυχές των νεκρών συντρόφιμων πεινάν, και ξαναγυρίζουν στα γνώριμα μέρη, τριγυρίζουν στις γιορτές στα γνώριμα μέρη, αναζητώντας τροφή, απόδοση τιμής και απόδειξη μνήμης. Δέκα πολυθρόνες με μελομακάρονα. Σε δύο από αυτές, αντικριστά και χαμογελαστά, κάθονται Λιζ και Τοντ. Ψέλνουν την ‘Άγια Νύχτα’. Και κριτσανίζουν, πιο πολύ πιπιλίζουν, χωρίς δόντια καθώς είναι, τα λιγωτικά μελομακάρονα. Πού και πού, ρίχνουν καμιά κλεφτή ματιά στις πολυθρόνες. Όχι μόνο δεν τρομάζουν, αλλά ικανοποιούνται με αυτό που βλέπουν. Εφτά μελομακάρονα, λιγοστεύουν κάτω από ήχους μασήματος, σιγά-σιγά. Ώσπου οι πολυθρόνες τους θα μείνουν αδειανές, μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα και πάλι. Ένα μελομακάρονο φεύγει μόνο του, σβουριχτό προς το πάτωμα με τα ασπρόμαυρα, μεγάλα πλακάκια. Ο Τοντ σαστίζει. Η Λιζ γελά. «Ο Τζακ, Τοντ. Δεν θυμάσαι που σιχαινόταν τα μελομακάρονα;».-
Γιάννης Γ. Σημαντήρας, Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2011
Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011
μην το κουράζουμε
Δεν σου το γυροφέρνουν απέξω-απέξω όλα τα αντρόνια, αλλά πολλά, πάρα πολλά, είναι έτσι. Τις προάλλες, είχαμε βγει με έναν νοστιμούλη τριαντάρη σε ένα σκατοπιάνο-μπαρ (ποιος τού είπε ότι γουστάρω τη χαμηλή μουσική και τα χαζοψευτορομαντικά; ποιος τού μήνυσε ότι δεν έχω καύλες για χοντρά ξεσκίσματα; άμα λάχει, να τον στραπονιάσω κιόλας!), και να σου τα μάτια μου είναι πολύ ωραία, να σου τα χέρΓια μου είναι ποιητικά, να σου το χαμόγελό μου είναι, πώς στο δΓιάλο το έλεγε, αχά: μικρή αστραπή γοητείας! Γελούσα, μωρέ. Καλός ήτανε, καλά τα έλεγε. Μόλις ξεμπερδέψαμε από το κωλοπιανοσκατάρ, με πιάνει χέρι-χέρι, και βαδίζουμε σπίτι. Σωστός, αλλά αργούσε. Κι ήταν ωραίος, λάγνος, ο τσογλανάκος. Άσε που μοσχοβολούσε. Ήταν έτοιμος να με καληνυχτίσει (σαν τον τελευταίο καληνυχτάκια της σειράς), όταν τον αρπάζω από τα αρχίδΓια στην είσοδο της πολυκατοικίας και, έτσι γραπωμένο, τον σέρνω μέχρι το ασανσέρ, κι αποκεί στο διαμέρισμά μου. Μην το κουράζουμε. Θα γαμηθούμε, ρε μπήχτη μου; Του λέω. Λένε οι γραφιάδες και οι μιντιάδες σαν έτοιμος από καιρό. Μαλακία έκφραση. Ντεμέκ ποίηση κι έτσι. Αλλά ο ταυράκος τούτος ήταν όντως σαν έτοιμος από καιρό. Με έριξε στα τέσσερα και μου έριξε καναδΓυο ξεγυρισμένους πούτσους. Στον αποχαιρετισμό, μου πέταξε Ναι, έχεις δίκιο, δεν πρέπει να το κουράζουμε, και απήλθε χαμογελαστός ο πούστης. Μαθαίνει γοργά, αν μη τι άλλο. Fastlearnιλίκι.
Χτες βράδυ, συναντήθηκα με έναν παλιό συμμαθητή, που είχα καταλάβει ότι από το Λύκειο ήθελε να με σκίσει. Ποτό στο ποτό, άρχισε να με πλευρίζει. Πολύ κυρΓιελέησον, ρε μάγκα μου. Και, ναι, Ευγενίτσα μου, όσο μεγαλώνεις, τόσο ομορφαίνεις, και ναι, θυμάσαι τα παλιά στο σχολείο και άλλα παρόμοια. Άσε, γίγα, του κάνω. Μην το κουράζουμε. Δεν είμαι σε φάση απόψε. Μάλλον δεν σε κάνω και κέφι γενικά. Δεν το καλοχώνεψε εύκολα, αλλά την έκανε γρήγορα, και γλιτώσαμε κι οι δύο την άσκοπη σπατάλη χρόνου.
Είτε οδηγηθούμε στο κρεβάτι, κύριος, είτε πάρουμε έκαστος τη στράτα του, να είμεθα σταράτοι και ταχείς. Να μην το κουράζουμε. Να πούμε τη σκέψη μας. Ντιρέκτ, ρε. Ξέρω, δεν σκέφτονται όλες οι γκόμενες έτσι, δεν σκεφτόμουν ούτε εγώ έτσι, αλλά καθώς περνάν τα χρόνια, ο χρόνος, συνειδητοποιείς, δεν είναι απεριόριστος. Και το παίρνεις απόφαση: Για να το κουράζουμε είμαστε;
Χτες βράδυ, στο ρουχάδικο που δουλεύω, με πλησίασε ένας σαραντάρης. Γοητευτικός. Λιγομίλητος. Οι λιγομίλητοι είναι πάντα πρόκληση. Και ρίσκο. Ή τζούφΧιοι θα σου βγουν. Ή μεγάλο λαχείο! Αλλά, είτε έτσι είτε αλλιώτικα, σε προκαλούν να τους ξεγυμνώσεις, ψυχικά και γενικά. Να μην το κουράζω με αναλυτικές περιγραφές, δεν αργήσαμε (δεν το κουράσαμε), και χωρίς καν να το καταλάβω, βρέθηκα με την ψωλή του μες στο μουνί. Στην τρίτη διείσδυση (την πιο γλυκιά), βγαίνει έξω μου, και αρχίζει κάτι χαζά: Τι άλλα νέα εσύ; Πώς πάει η ζωή; Χέστηκα για το αν τον τσίμπησε έντομο, και έπαθε οξεία χαζομαρίαση. Εγώ ήθελα μονάχα να μου την (ξανα)χώσει. Μαν, δεν αφήνουμε τα χαζά; Οι ντροπές σε πιάσαν; Μην το κουράζουμε. Για να γαμηθούμε δεν ήρθαμε σπίτι σου;
Σάββατο 29 Μαΐου 2010
H Mεταμόρφωσή της
Σε αυτή τη φωτογραφία τού -ευγενέστατου- Γιάννη Πάτρα, είμαστε με την Tad Lansdale.
Μore to come (hopefully)...
ΓΣ
.jpg)