Κυριακή, 21 Μαρτίου 2010

Κυριακή, 14 Μαρτίου 2010

ΒΡΕ ΤΗΝ ΕΡΜΙΟΝΗ...

EΡΜΙΟΝΗ ΤΗΝ ΕΙΧΑΝΕ ΒΑΦΤΙΣΕΙ, ‘ΜΟΝΑ’ ΤΗΝ ΦΩΝΑΖΑΝΕ. ‘Μόνα’ συστηνότανε, ‘Μόνα’ την φωνάζανε. Το ‘Ερμιόνη’ ελάχιστοι το γνώριζαν. Οι χωρΓιανοί της ίσως στο απομακρυζμένο χωρΓιουδάκι της, κάπου σε ένα βουνίσΧιο μέρος, που πΧια δεν ήξερε ούτε πού πέφτει στον χάρτη –είχε χρόνια να πατήσει, απ’ την κηδεία τού παππού της, που την είχε μεγαλώσει, ορφανή από μπαμπά κι από μάνα. Δεν καίγομαι να πω την ιστορία της ολάκερη (αν και λίγο-πολύ την ξέρω), αλλά επείγομαι να αφηγηθώ ένα περιστατικό από τη ζωή της. Την αλήθΧεια του οποίου (περιστατικού) εγγυώμαι προσωπικώς, ως (ο μόνος στην ουσία) αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυς. ΒΓιάζομαι να το διηγηθώ, μην και πεθάνω στα γρήγορα (ποτέ δεν γκζες), και δεν καταγραφεί το συμβάν πουθενά-μα-πουθενά, παρά μόνο στις θύμησες των συμμετεχόντων και τη δική μου.

Η Ερμιόνη-Μόνα είχε φιλοσοφήσει τα πράματα από νωρίς. Από τα δεκάξι της, όταν πήγε με τα δΓυο πΧιο νταβραντιζμένα παλικαράκια τού χωριού. Και πΧοια ήταν η φιλοσοφία της; Να επιτύχει μια σταθερή και αδΓιατάραχτη μετριότητα. Η Μόνα, η Ερμιόνη, που σιχαινότανε τη μετριότητα, όπως οι υποχόνδριοι τα μικρόβΓια, αναγκάστηκε να το αναδείξει αυτό σε σημαία-για-την-επιβίωση-και-φάρο-για-την-ευτυχία. Οι μέτριοι επιβιώνουν. Οι μέτριοι, εντέλει, ευτυχούν.

Μην τα πολυλογούμε, γιατί τα ενδΓιάμεσα είναι σκέτα μηχανικά μέρη στην αφήγησή μας, πολλούς άντρες, μια έκτρωση, μια ισχυρή ερωτική απογοήτευση και ένα πτυχίο αισθητικού αργότερα, η Μόνα μας βρήκε δουλειά (δεν δυσκολεύτηκε, «κανείς μέτριος δεν δυσκολεύεται, ρε, πάρτε το χαμπάρι!») ως παρουσΧιάστρια, σε ένα μεγάλο, πανελλαδικής εμβέλειας, κανάλι. Μέτριο. Η Μόνα είχε στο μεταξύ γεννήσει τη Μίνα, ο μπαμπάς τής οποίας, αλκοολικός γυναικάκιας (γαμώ τους συνδΓυαζμούς;), την είχε κάνει για την Αφρική με μια μαύρη. Άλλη μια απογοήτευση για τη Μόνα. Η οποία δεν είχε την πολυτέλεια να πτοηθεί. Οι μέτριοι, εκ κατασκευής, δεν πτοούνται. Κι είπε να βγάλει το ψωμί της από την κατάστασή της. Και να κάνει μια εκπομπή για γονείς.

Και μια ΚυρΓιακή μεσημέρι, στη μία, γιατί τότε έβγαινε (live) η εκπομπή της, η Μόνα έχει καλεζμένο έναν νεαρό παιδοψυχολόγο, κι εγώ δουλεύω πάνω, «στη ροή». Τρεις εικονολήπτες, ένας φροντιστής τού ήχου, ο παιδοαυτός, εγώ κι η Μόνα είμαστε όλοι κι όλοι στο στούντιο. ΚυρΓιακάτικη ραστώνη, και καλά και σώνει, χα χα χα… Μόλις γίνεται το μεγάλο δΓιάλειμμα, το δωδεκάλεπτο για δΓιαφημίσεις, η Μόνα, ως συνήθως με φαρδύ μίντι φόρεμα, γόβες και σταυροπόδι ολκής, κάτι λέει στον παιδοψυχολόγο, που μάλλον τον γνώριζε από παλιά, και κάτι γνέφει στα παιδΓιά από τις κάμερες και τον μαγκίτη στον ήχο. Κι ως δΓια μαγείας, σαν να ήταν εκ των προτέρωνε συνεννοημένοι, συγκλίνουν όλοι προς τη Μόνα, η οποία έχει το χαμόγελο της αληθινής ευτυχίας, καμαρώνει και ανοίγει το στόμα … μα τι στα γαμίδΓια…

…βγάζει έξω τη γλώσσα … και ίσα που δΓιαβάζω τα χείλια της (γιατί έχω ακουστικά στα αφτΧιά μου) να λένε: «Λεβέντες μου, σημαδέψτε λάρυγγα και γλώσσα, και προς Θεού, όχι μαλλιά ή μάπα, γιατί θα μας γαμήσουν και σ’ αυτήν και στην άλλη ζωή… Στόμα, ναι; Μην μας πάρει χαμπάρι το πανελλήνιο!»… και τα παιδΓιά πΧιάνουν να παίζουν τις ψώλες τους μπροστά στ’ ορθάνοιχτο στόμα της, κι αυτή πΧιάνει να χαϊδεύει τα μουσκεμένα μουνόχειλά της, και να λαγνεύεται και να κοκορεύεται σαν εστεμμένη τής πορνείας. Ε, θα παραδεχτώ ότι άρχισα να τημπαίζω κι εγώ. Η Μόνα με κοίταζε με την άκρη τού βλεφάρου της, και με χαιρετούσε, όσο είχε ελεύθερο χέρι, γιατί μαλάκιζε τους υπόλοιπους. Ανάθεμα την τύχη μου! Πού να άφηνα το κοντρόλ; Κι αλίμονό μας, αν οι μαλάκες δεν χύσουν γρήγορα, και δεν χύσουν εύστοχα! Και, πράγματι, όλοι στόχευσαν γρήγορα, και αποτελεζματικά. Λάρυγγας. Τριάντα δεύτερα πριν να βγούμε αέρα, ο ζάβλακας ο παιδοψυχολόγος ακόμα να χύσει. Όσοι είχαμε μαλλιά τα τραβούσαμε! Είκοσι δεύτερα. Τίποτα. Η Μόνα ατάραχη. Η μακαριότης των μετρίων. Οχτώ δεύτερα πριν να βγούμε στον αέρα, ο παιδοψυχοαυτός εκπυρσοκρότησε. Τα σκάγια πήραν τη Μόνα (ουφ!) στον λάρυγγα όλα, πλην μιας μικρής, αλλά ορατής στην κάμερα, πιτσιλιάς στο πάνω χείλος. Η Μόνα δεν είχε άλλη επιλογή. Σλούρπισε με τη γλώσσα το χύσι τού παιδοψυχοτέτΧοιου, όσο επανερχόμασταν στον αέρα.

Και επανήλθε στο πρόγραμμά της, σαν να μη συμβαίνει τίποτα με ένα «Πού είχαμε μείνει, λοιπόν, κύριε Αυτέ μου;». Θα σου έλεγα εγώ πού είχατε μείνει, μωρή μαλακιζμένη… που μας κοψοχόλιασες!

Την άλλη μέρα το πρωί, ο Προϊστάμενος Ροής, σκυλί μαύρο και εγκάθετος του Μεγάλου Αφεντικού, με φώναξε στο γραφείο του. Μπήκα με το δεξί, και πριν καν πω «καλημέρα», αυτός ο Κέρβερος, που παρακολουθούσε νυχθημερόν το Κανάλι, μου σκάει τη μεγαλειώδη ατάκα: «Αυτή η Μόνα, ρε μεγάλε, τι σκατά έτρωγε εν ώρα εκπομπής, και γλειφόταν σαν ηλίθΧια μετά το δΓιάλειμμα χτες; Καλά, δεν σε έχω καταστήσει υπεύθυνο να κόψει τα γλυκά τού κουταλιού πάνω στη δουλειά;».


Γιάννης Σημαντήρας