Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

χριστουγεννιάτικη ιστορία

Η ΛΙΖ ΚΙ Ο ΤΟΝΤ. Μοναδικοί εν ζωή «απόφοιτοι» της ‘Γαλήνης’, ενός «ασύλου για ψυχικά διαταραγμένους». Στην πραγματικότητα, κάτω από τον υπότιτλο ‘Άσυλο για Ψυχικά Διαταραγμένους’, ο οποίος συνόδευε το ‘Γαλήνη’ (‘Γαλήνη’/Άσυλο για Ψυχικά Διαταραγμένους), κρύβονταν οξύτατες, ανίατες περιπτώσεις. Η ‘Γαλήνη’ χάσκει στη μέση τού πουθενά, όπως, σχετικά παραστατικά, έχει επικρατήσει να λέμε. Στην έρημο την αμερικανική. Σε κάποιο απομονωμένο ελληνικό νησάκι. Τι σημασία να έχει πια; Η ‘Γαλήνη’ γαληνεύει παντέρημη και παρακμάζουσα. Σοβάδες της ξεφτίζουν/ταβάνια στάζουν κάθε που βρέχει/τούβλα προβάλλουν σαν δόντια απειλητικά σε στόμα γριάς ξεδοντιάρας/παράθυρα και παραθυρόφυλλα βροντάνε, διαταράσσοντας την εκφυλιστική μακαριότητα. Κλειστή και σφαλισμένη από καιρό, η ‘Γαλήνη’ οδεύει γηράσκοντας προς το βάθος τού χρόνου.

Οι τρόφιμοί της έχουν αποχωρήσει από τα επίγεια. Όχι πως είχαν και σφιχτή σχέση με τα γήινα. Ο νους τους έκανε πανιά για άλλες διαστάσεις, ακατάληπτες από τους πολλούς. Πέρσι, με έναν ανακουφιστικό, τελικό επιθανάτιο ρόγχο, τερμάτισε ο Τζακ. Ο μόνος, μετά το ζεύγος Λιζ και Τοντ, εναπομείνας ασθενής. Ο Τζακ δεν αξιώθηκε να τα κατοστήσει, όπως του ευχόντουσαν στα παιδικά γενέθλια συγγενείς και φίλοι. Ενενηνταεννιά ετών και ενενήντα εννιά ημερών. Ταιριαστό φινάλε για τον Τζακ, ο οποίος είχε -όπως πειραχτικά έχασκαν οι θεράποντές του- «τη νόσο τού ενενηνταεννιά». «Όλα είναι ενενηνταεννιά!», βραχνοτσίριζε συνεχώς (μέχρι να φάει την ηρεμιστική ένεσή του, και να λουφάξει στη γωνία κουλουριασμένος).

Η Λιζ κι ο Τοντ, λες και έχουν συναίσθηση μιας βαριάς ευθύνης να συντηρούν ένα κτίριο-φάντασμα και να συνεχίζουν μια αόριστη παράδοση, κάθε Χριστούγεννα σκουπίζουν τη μεγάλη σάλα τής ‘Γαλήνης’. Ξεσκονίζουν τα λιγοστά έπιπλα, που δεν έχουν λεηλατηθεί. Έχουν φτιάξει μελομακάρονα. Πάντα δέκα. Όσοι και οι τρόφιμοι της τελευταίας φουρνιάς. Συμβολικά. Έτσι και φέτος. Η Λιζ, ο Τοντ και τα δέκα μελομακάρονα, ανήμερα στις 25 Δεκεμβρίου στην κεντρική σάλα τής ‘Γαλήνης’. Το τελετουργικό έχει στάνταρ ως εξής: Η Λιζ κι ο Τοντ θα σερβίρουν τις ξεχαρβαλωμένες πια, άδειες, πολυθρόνες. Ένα γλυκό απάνω σε κάθε πολυθρόνα. Τιμής ένεκεν. Η Λιζ λέει ότι οι ψυχές των νεκρών συντρόφιμων πεινάν, και ξαναγυρίζουν στα γνώριμα μέρη, τριγυρίζουν στις γιορτές στα γνώριμα μέρη, αναζητώντας τροφή, απόδοση τιμής και απόδειξη μνήμης. Δέκα πολυθρόνες με μελομακάρονα. Σε δύο από αυτές, αντικριστά και χαμογελαστά, κάθονται Λιζ και Τοντ. Ψέλνουν την ‘Άγια Νύχτα’. Και κριτσανίζουν, πιο πολύ πιπιλίζουν, χωρίς δόντια καθώς είναι, τα λιγωτικά μελομακάρονα. Πού και πού, ρίχνουν καμιά κλεφτή ματιά στις πολυθρόνες. Όχι μόνο δεν τρομάζουν, αλλά ικανοποιούνται με αυτό που βλέπουν. Εφτά μελομακάρονα, λιγοστεύουν κάτω από ήχους μασήματος, σιγά-σιγά. Ώσπου οι πολυθρόνες τους θα μείνουν αδειανές, μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα και πάλι. Ένα μελομακάρονο φεύγει μόνο του, σβουριχτό προς το πάτωμα με τα ασπρόμαυρα, μεγάλα πλακάκια. Ο Τοντ σαστίζει. Η Λιζ γελά. «Ο Τζακ, Τοντ. Δεν θυμάσαι που σιχαινόταν τα μελομακάρονα;».-

Γιάννης Γ. Σημαντήρας, Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2011

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

μην το κουράζουμε

ειχα μπουχτισει τις περικοκλαδες των ανθρώπων, και κυρίως των αντρών. Δεν έχω χρόνο για χάσιμο, ρε μαλάκες. Γουστάρετε να με γαμήσετε; Ε, γιατί δεν μου το λέτε κατάματα, να τελειώνουμε μια ώρα νωρίτερα; Το πολύ το μπίρι-μπίρι το βαρΓιέται κι ο μπιριμπιριστής.
Δεν σου το γυροφέρνουν απέξω-απέξω όλα τα αντρόνια, αλλά πολλά, πάρα πολλά, είναι έτσι. Τις προάλλες, είχαμε βγει με έναν νοστιμούλη τριαντάρη σε ένα σκατοπιάνο-μπαρ (ποιος τού είπε ότι γουστάρω τη χαμηλή μουσική και τα χαζοψευτορομαντικά; ποιος τού μήνυσε ότι δεν έχω καύλες για χοντρά ξεσκίσματα; άμα λάχει, να τον στραπονιάσω κιόλας!), και να σου τα μάτια μου είναι πολύ ωραία, να σου τα χέρΓια μου είναι ποιητικά, να σου το χαμόγελό μου είναι, πώς στο δΓιάλο το έλεγε, αχά: μικρή αστραπή γοητείας! Γελούσα, μωρέ. Καλός ήτανε, καλά τα έλεγε. Μόλις ξεμπερδέψαμε από το κωλοπιανοσκατάρ, με πιάνει χέρι-χέρι, και βαδίζουμε σπίτι. Σωστός, αλλά αργούσε. Κι ήταν ωραίος, λάγνος, ο τσογλανάκος. Άσε που μοσχοβολούσε. Ήταν έτοιμος να με καληνυχτίσει (σαν τον τελευταίο καληνυχτάκια της σειράς), όταν τον αρπάζω από τα αρχίδΓια στην είσοδο της πολυκατοικίας και, έτσι γραπωμένο, τον σέρνω μέχρι το ασανσέρ, κι αποκεί στο διαμέρισμά μου. Μην το κουράζουμε. Θα γαμηθούμε, ρε μπήχτη μου; Του λέω. Λένε οι γραφιάδες και οι μιντιάδες σαν έτοιμος από καιρό. Μαλακία έκφραση. Ντεμέκ ποίηση κι έτσι. Αλλά ο ταυράκος τούτος ήταν όντως σαν έτοιμος από καιρό. Με έριξε στα τέσσερα και μου έριξε καναδΓυο ξεγυρισμένους πούτσους. Στον αποχαιρετισμό, μου πέταξε Ναι, έχεις δίκιο, δεν πρέπει να το κουράζουμε, και απήλθε χαμογελαστός ο πούστης. Μαθαίνει γοργά, αν μη τι άλλο. Fastlearnιλίκι.
Χτες βράδυ, συναντήθηκα με έναν παλιό συμμαθητή, που είχα καταλάβει ότι από το Λύκειο ήθελε να με σκίσει. Ποτό στο ποτό, άρχισε να με πλευρίζει. Πολύ κυρΓιελέησον, ρε μάγκα μου. Και, ναι, Ευγενίτσα μου, όσο μεγαλώνεις, τόσο ομορφαίνεις, και ναι, θυμάσαι τα παλιά στο σχολείο και άλλα παρόμοια. Άσε, γίγα, του κάνω. Μην το κουράζουμε. Δεν είμαι σε φάση απόψε. Μάλλον δεν σε κάνω και κέφι γενικά. Δεν το καλοχώνεψε εύκολα, αλλά την έκανε γρήγορα, και γλιτώσαμε κι οι δύο την άσκοπη σπατάλη χρόνου.
Είτε οδηγηθούμε στο κρεβάτι, κύριος, είτε πάρουμε έκαστος τη στράτα του, να είμεθα σταράτοι και ταχείς. Να μην το κουράζουμε. Να πούμε τη σκέψη μας. Ντιρέκτ, ρε. Ξέρω, δεν σκέφτονται όλες οι γκόμενες έτσι, δεν σκεφτόμουν ούτε εγώ έτσι, αλλά καθώς περνάν τα χρόνια, ο χρόνος, συνειδητοποιείς, δεν είναι απεριόριστος. Και το παίρνεις απόφαση: Για να το κουράζουμε είμαστε;
Χτες βράδυ, στο ρουχάδικο που δουλεύω, με πλησίασε ένας σαραντάρης. Γοητευτικός. Λιγομίλητος. Οι λιγομίλητοι είναι πάντα πρόκληση. Και ρίσκο. Ή τζούφΧιοι θα σου βγουν. Ή μεγάλο λαχείο! Αλλά, είτε έτσι είτε αλλιώτικα, σε προκαλούν να τους ξεγυμνώσεις, ψυχικά και γενικά. Να μην το κουράζω με αναλυτικές περιγραφές, δεν αργήσαμε (δεν το κουράσαμε), και χωρίς καν να το καταλάβω, βρέθηκα με την ψωλή του μες στο μουνί. Στην τρίτη διείσδυση (την πιο γλυκιά), βγαίνει έξω μου, και αρχίζει κάτι χαζά: Τι άλλα νέα εσύ; Πώς πάει η ζωή; Χέστηκα για το αν τον τσίμπησε έντομο, και έπαθε οξεία χαζομαρίαση. Εγώ ήθελα μονάχα να μου την (ξανα)χώσει. Μαν, δεν αφήνουμε τα χαζά; Οι ντροπές σε πιάσαν; Μην το κουράζουμε. Για να γαμηθούμε δεν ήρθαμε σπίτι σου;
Όχι, ρε Ευγενία, μου αμολάει. Να το κουράσουμε λίγο. Σου τη χρωστάω λίγη κούραση. Θυμάσαι, δέκα χρόνια πριν, όταν σε είχα πλησιάσει σε μια συναυλία, και, εντυπωσιασμένος από την κωλάρα σου, σου μίλησα (για τρία λεπτά, όχι για περισσότερο), και σου πρότεινα, νέτα-σκέτα, να σου τη χώσω στην κωλάρα, γιατί τέτΧοιο κωλί δεν βρίσκεται καθημερινά; Θυμάσαι πώς μού έψησες το ψάρι για πέντε εβδομάδες, και τελικά βαρέθηκα και την έκανα παταγωδώς; Βγαίναμε έξω, κι εγώ σού έλεγα να πάμε στο κρεβάτι, κι εσύ μού έλεγες να μην είμαι τόσο ντιρέκτ και να περιμένω να γνωριστούμε. Πρώτα να γνωριστούμε. Μετά, έμαθα από έναν φίλο που τον γάμησες, ότι είχες κάνει σημαία σου το μην-το-κουράζουμε, και μου ήρθε έκπληξη. Σου τη χρώσταγα, Ευγενία. Σου την είχα φυλαγμένη. Ε, λοιπόν, ας το κουράσουμε λίγο μεταξύ μας. Για να είμαστε και πάτσι. Ξέρεις πού θα με βρεις, αν θες. Καληνύχτα, είπε, μου έδωσε τα ρούχα μου στο χέρι, και με οδήγησε στην έξοδο.

ΓΣ