Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2015




Άρ-ι-α Speedwagon



Πάντα σιχαινόμασταν τους R.E.O. Speedwagon.
A! Να ξηγηθώ εξαρχής: Η ιστορία τούτη μού βγαίνει εντελώς φόρα παρτίδα, χυμαντάν και αραφινάριστη από τα μέσα μου, και στομπούτσο μου τον μερακλή κι αν κάπΧοιος τη θεωρήσει προχειρογραμμένη. Μπορούσα, ρε μαλακοζάβλακες, να τη λουστράρω, δεν μπορούσα; Αλλά προτίμησα να πάλλεται η καρδΓιά της (της ιστορίας) στο άπειρο, έστω με την αρρυθμία μιας γρήγορης, σχεδόν προφορικής, εξωτερίκευσης των συμβάντων. Παρά με την παγερή τελειότητα τού επεξεργασμένου λόγου. Ντάξει;
Πάντα σιχαινόμασταν τους R.E.O. Speedwagon. Η Άρια και γω. Η Άρ.Ι.Α. είναι μεγάλο γαμιολάκι. Φιλόπουτση μέχρι το ακροτελεύτιο κύτταρο της ύπαρξής της. Στην έως τώρα ερωτική σταδΓιοδρομία της, έχει γαμήσει δεκάδες ψωλές (και κάμποσα μουνιά). Με μένα έμεινε ένα χρόνο. Έλεγε ότι περνούσε γαμάτα μαζί μου, κι ό,τι δε γαμιόταν με άλλους/άλλες. Κι αν γαμιόταν με άλλους, όσο συναντΓιότανε μαζί μου, θα πρέπει να ήταν στο πολύ στριμωχτό, δΓιότι με την Άρια ξεσκιζόμασταν και δύο και τρεις φορές την ημέρα. ΧώρΓια οι κοινές προπονήσεις μας και οι αγώνες. Η Άρια είναι δρομέας. Κανονική δρομέας. Μεγάλων αποστάσεων. Έχει τερματίσει δέκα μαραθώνιους. Με καλύτερη επίσημη επίδοση 3ώρες 13λεπτά και 13δεύτερα. Για όπΧοιον νογάει από μαραθώνιο, αυτό σημαίνει ταχύτης, αντοχή στην ταχύτητα, αντοχή γενικά και ψυχικό σθένος. Μιλάμε για δυνατό ρεκόρ. Η Άρια έχει τρέξει δεκάδες ημιμαραθώνιους. Τα δεκάρΓια τα έχει ψωμοτύρι. Πού και πού, τρέχει και κανα πεντάρι στους αγώνες, για να τρομάζει τα αντράκια. Χαχαχαχα…
Έτσι. Η Άρια είναι 26 ετών. Ταχύτατη. ΆπΧιαστη. Στις προπονήσεις μας, πάντα με άφηνε πίσω. Θα έγραφα ότι και γω είμαι δρομέας, αλλά σκατά κι απόσκατα: είμαι λίγος και μικρός μπροστά της. Και, αν θέλω να την πλησιάσω στις επιδόσεις, καλό θα ήταν να βΓιαστώ. Εγώ είμαι 56. Ετών. Όχι δευτερολέπτων. Δεν έχω τόσους αγώνες στην πλάτη μου όσους η Άρια. Και δεν έχω πέσει (ακόμα τουλάχιστον) κάτω από τις 3ώρες και 33λεπτά στον μαραθώ. Η Άρια έχει αυτό το σώμα μιας δουλεμένης τρέχτριας. Όταν βάζει τα κοντά κολανοσορτσάκια της, ακόμα κι εγώ που την έχω συνηθίσει, θέλω να της τα σκίσω και να της τον χώσω στη θρυλική σκατότρυπά της. Όχι ότι είμαι κανας λαπάς, κι εγώ έχω στρώσει δρομικό σώμα (εκτομορφικό δεν το λέμε;), τραβώ κι εγώ τα βλέμματα στους αγώνες, όταν φοράω τα αποκαλυπτικά σπλιτάκια σορτς, αλλά η Άρια είναι αθλητριάρα και μουνάρα.
Το πρόβλημα δεν είναι αν η Άρια τον έπαιρνε κι άλλους στους δώδεκα μήνες που βρισκόμασταν μαζί. Θα ζήλευα αν το έκανε, αλλά κουβέντα δεν έλεγα. Τη ζήλευα, όμως, αλλιώς. Τη ζήλευα ως τρεχαλατζού. Δεν μπορούσα ποτέ να χωνέψω πώς έγραφε το χρονόμετρο 38λεπτά, όταν έκοβε κορδέλες πρώτη στα δεκάρΓια. ΔΓιαολιζόμουν αφόρητα που στον μαραθώνιο με αποχαιρετούσε με ένα (καυλωτικό, αλλά τι να το κάνεις) φιλί στο 5ο χιλιόμετρο, και μετά την έβλεπα μετά το finish μου. Να με χειροκροτεί με γνήσια ζέση. Αλλά τι να το κάνεις.
Δεν θα τραβήξω σε μάκρος την αφήγση: Εν ολίγοις, έγινα αφόρητος. Της έσπασα τα νεύρα. Με αποκορύφωμα ένα πεντάρι στη Θάσο, που είχαμε συμφωνήσει να το τρέξουμε στα όρια. Και οι δύο. Αλλά, τι να κάνεις, ο καθένας για τον εαυτό του; Έτσι δεν είναι οι αγώνες; Ήταν σημαντικός αγώνας αυτό το 5Κ, γιατί, αν έκανε PR, θα έπΧιανε το όριο για ένα meeting στο εξωτερικό. Κάπου στην κωλοΔανία, νομίζω. Μέχρι το 1ο χιλιόμετρο, την κόντραρα στα ίσα. Στο τέλος τού 2ου, την κυνηγούσα. Στο 2,5 την έφτασα, κι άρχισα, σαν να μπήκε ο δαίμονας μέσα μου, να την τραβάω από το σινγκλετάκι. Πέσαμε κι οι δΓυο. Πέσαν κι άλλοι δύο αποπάνω μας. Χαμός. Χαμός στο ίσΧιωμα. Αυτό ήταν. Δεν την ξανάδα. Έχω δύο χρόνια να τη δω.
Τώρα που το ηλίθιο και ασύνταχτο μερικές φορές μυαλό μου (τι πήγα κι έκανα στο κορίτσι) ξερνοβολάει αυτήν την ιστορία στα πλήχτρα ενός παλιού λάπτοτ, είμαι στο ξενοδοχείο στα Γιάννενα. Παίρνω πρωινό πριν γυρίσω Σαλόνικα. Έκανα, χτες το πρωί, στο 30άρι τής Λίμνης 2ώρες και 5λεπτά. Έπεσα ξερός στον τερματισμό. Με μάζεψαν οι δΓιασώστες και με φρόντιζαν για κανα μισάωρο. Παρατρίχα σκαπούλαρα το νοσοκόμειασμα. Αλλά δεμπειράζει. Ήθελα να δείξω στην Άρια ότι μετράω. Μπορώ κι εγώ σαν αυτήν. Ή περίπου σαν αυτήν.

ΠΧοιος παλαβός συνωμότης κανόνισε να παίζει το ‘Keep on Loving You’ των REO Speedwagon στην αίθουσα του πρωινού στο -κατά τα άλλα- μια χαρά ξενοδοχείο. Το έβαλαν και χτες στο πρωινό. Μωρέ πάθος με τους REO! Και πήρα να θυμάμαι που ήμασταν με την Άρια στο κρεβάτι, και είχαμε ξεχάσει (αυτά κάνει η χαύνωση μετά τον έρωτα) ανοιχτό το ράδιο σε έναν σταθμό αστάθμητο, και ο Κατανάκης μάλλον είχε (ξανα)βάλει το ‘Keep on Loving You’. Κοιταχτήκαμε με αηδία (κι ήταν αυτή η δΓιασταύρωση των ματΧιών μας το ωραιότερό μας eye contact ever). Και βάλαμε στο σιντί Buzzcocks. (Κι αυτή η πουτάνα τρελαινόταν για cocks. Cocks να ’ναι, κι ας είν’ και Buzz).
Tης τηλεφωνώ αυθόρμητα, σαν κουρδισμένος, στο κινητό. Ξέρω ότι είναι κάπου στον Πήλιο για έναν ορεινό αγώνα, που έγινε χτες. Είδα τα αποτελέσματα στο Ίντερνετ. Βαθρούχα. Δεύτερη. Στη γενική κατάταξη! Θέλω, με ανατριχίλα θέλω, να της πω ότι δεν την έχω ξεχάσει. Ότι καμιά δεν με έχει γαμήσει σαν αυτή. Ότι καμιά δεν τρέχει σαν αυτή. Ότι έχω προοδέψει κι εγώ στους δρόμους αντοχής. Ότι έχω προοδέψει και με τη ζήλεια μου. Ότι τη θέλω, δεν θα ξανακάνω μαλακίες στο τρέξιμο, και ότι καίγομαι να τα ξαναβρούμε.
Κάτι περίεργο γίνεται, γιατί ακούω τρίπλεξ το ‘Keep on Loving You’. Μια στέρεο από τα ηχεία τού ξενοδοχείου. Και μια από … από το κινητό! Μα τους χίλιους Φειδιππίδηδες, μα την ιέρεια του αγωνίσματος, την Πόλα Ράντκλιφ, η Άρια είχε ringtone το ‘Keep on Loving You’. Των REO Σκατάγκον.


Γιάννης Γ. Σημαντήρας

Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2015

Αυτό (αυτοπαθές ποίημα)


Αυτοτελής κι αυτεπάγγελτος
όχι ατελής και ανεπάγγελτος.
Αυτόφωτος και αυτόνομος,
διόλου ετερόφωτος και υπόνομος.
Αυτοανακηρυγμένος αυτοδημιούργητος.
Αυτοεξόριστος αυτοξυπηρετούμενος.
Αυτοκαταστροφικώς περιπλανώμενος στους κόσμους των λέξεων.
Μηδέποτε, πάντως, αυτολογοκρινόμενος.
Αυτομολώ από το ποίημα αυτό.
Και πάω να γίνω αυτοφυής και αυτόχθονας
κάπου που δεν έχει αυτό. Μηδέ και κείνο.


Γιάννης αυτοΣημαντήρας

Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2015

η σκρόφα



Είχα να τη δω δέκα χρόνια. Δέκα χρόνια στρογγυλά. Δέκα χρόνια γεμάτα. Δεν μ’ αρέσει που θυμάμαι την τελευταία φορά που βρεθήκαμε, αλλά τη θυμάμαι. Και μάλιστα τη θυμάμαι έντονα. Στο σπίτι μου είχαμε βρεθεί τελευταία φορά. Μετά τον έρωτα, μου είχε πει κάτι σε στιλ «Είσαι μέγας γαμιάς, αλλά μην περιμένεις να σ’ αγαπήσω». Την είχα ξανακούσει τούτη την κουβέντα (κάμποσες φορές/σε διάφορες παραλλαγές) από τα χείλη της στα εφτά χρόνια που συναντιόμασταν ερωτικά. Και πάντα έτσουζε: βιτριόλι στην ψυχή μου. Εκείνη ήξερε πως εγώ την είχα ερωτευτεί. Έπρεπε και γω να ξέρω πως δεν είχαμε μέλλον, παρά μόνο στο κρεβάτι. Πουθενά αλλού. Μπεσαλού, λέμε. Να της βγάζεις το καπέλο για την ειλικρίνειά της.
Με πίκρα και στυφάδα στο στόμα, οργή και φουσκοθαλασσιά στο κεφάλι μου, αλλά φαινομενικά ατάραχος, της απάντησα: «Όμορφα και ωραία, παίρνεις τα ρούχα σου. Μαζεύεις τα πράγματά σου. Και φεύγεις, όσο πιο ήρεμα μπορείς. Χωρίς καμία σκηνή. Είμαστε ήδη παρελθόν. Ιστορία, που λέμε στα αγγλικά. Were history».
Moύ ’ριξε δυο ματιές-σουβλιές, κι ένιωσα το γινάτι της να συγκρούεται με το δικό μου γινάτι. Άρχισε να ντύνεται, έκλεισε απαλά την πόρτα πίσω της, και δεν την ξαναείδα. Για δέκα χρόνια.
Μέχρι προχτές που την πέτυχα στη στάση του λεωφορείου.
Όλα αυτά τα δέκα χρόνια, έτρεφα -φουλ τής αυταρέσκειας και της χαιρεκακίας- την ιδέα (την προσδοκία, τη βεβαιότητα) ότι ο καιρός και το πέρασμά του θα τη λυγίσει. Θα σπάσει, έλεγα μέσα μου. Περίμενα, αν ποτέ τεμνόντουσαν οι δρόμοι μας, να δω μια υπέρβαρη (ακόμα καλύτερα: παχύσαρκη) μεσηλικίνα, απεριποίητη, παραιτημένη, παρατημένη, συμβιβασμένη με την ήττα της, να έχει συνθηκολογήσει με το γήρας, με φαιδρά ρούχα, με άτσαλα μαλλιά, με γελοίο μακιγιάζ.
Αντ’ αυτού: έκπληκτος την είδα, ύστερα από δέκα χρόνια:
-          να χαμογελάει και να φωτίζεται το σύμπαν από τα ολόλευκα δόντια της (η σκατιάρα τα λεύκανε;)
-          να φοράει ένα απλό, μονόχρωμο φόρεμα, με κεντημένο ένα τριαντάφυλλο στο δεξί στήθος, που θαρρείς και είχε ραφτεί πάνω της (την έχω ικανή να το παράγγειλε σε μοδίστρα, ειδικά γι’ αυτήν)
-          να δείχνει νεότερη από ποτέ η σκύλα
-          και (το κυριότερο/χειρότερο) να ΜΗΝ έχει γίνει μπάζο πλαδαρό, αλλά να στέκει πιο αδύνατη από ποτέ στη στάση (περιμένοντας το λεωφορείο ή τον Γκοντό, ξέρω γω…).
Τη σκάναρα με τα μάτια μου, προσέχοντας μη με μυριστεί. Μ’ έτρωγε η ζήλεια. Εγώ φορούσα κάτι φόρμες παμπάλαιες και τρύπιες, πιτσιλισμένες με λαδομπογιά (από καιρό, δεν μου κούμπωναν τα παντελόνια μου), και ήμουν αξύριστος, αχτένιστος και ατημελώς ατημέλητος.
Έκανα μεταβολή, κι έφυγα. Δεν ήθελα να με δει έτσι. Η σκρόφα.


Γιάννης Γ. Σημαντήρας