Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2012
Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011
χριστουγεννιάτικη ιστορία
Η ΛΙΖ ΚΙ Ο ΤΟΝΤ. Μοναδικοί εν ζωή «απόφοιτοι» της ‘Γαλήνης’, ενός «ασύλου για ψυχικά διαταραγμένους». Στην πραγματικότητα, κάτω από τον υπότιτλο ‘Άσυλο για Ψυχικά Διαταραγμένους’, ο οποίος συνόδευε το ‘Γαλήνη’ (‘Γαλήνη’/Άσυλο για Ψυχικά Διαταραγμένους), κρύβονταν οξύτατες, ανίατες περιπτώσεις. Η ‘Γαλήνη’ χάσκει στη μέση τού πουθενά, όπως, σχετικά παραστατικά, έχει επικρατήσει να λέμε. Στην έρημο την αμερικανική. Σε κάποιο απομονωμένο ελληνικό νησάκι. Τι σημασία να έχει πια; Η ‘Γαλήνη’ γαληνεύει παντέρημη και παρακμάζουσα. Σοβάδες της ξεφτίζουν/ταβάνια στάζουν κάθε που βρέχει/τούβλα προβάλλουν σαν δόντια απειλητικά σε στόμα γριάς ξεδοντιάρας/παράθυρα και παραθυρόφυλλα βροντάνε, διαταράσσοντας την εκφυλιστική μακαριότητα. Κλειστή και σφαλισμένη από καιρό, η ‘Γαλήνη’ οδεύει γηράσκοντας προς το βάθος τού χρόνου.
Οι τρόφιμοί της έχουν αποχωρήσει από τα επίγεια. Όχι πως είχαν και σφιχτή σχέση με τα γήινα. Ο νους τους έκανε πανιά για άλλες διαστάσεις, ακατάληπτες από τους πολλούς. Πέρσι, με έναν ανακουφιστικό, τελικό επιθανάτιο ρόγχο, τερμάτισε ο Τζακ. Ο μόνος, μετά το ζεύγος Λιζ και Τοντ, εναπομείνας ασθενής. Ο Τζακ δεν αξιώθηκε να τα κατοστήσει, όπως του ευχόντουσαν στα παιδικά γενέθλια συγγενείς και φίλοι. Ενενηνταεννιά ετών και ενενήντα εννιά ημερών. Ταιριαστό φινάλε για τον Τζακ, ο οποίος είχε -όπως πειραχτικά έχασκαν οι θεράποντές του- «τη νόσο τού ενενηνταεννιά». «Όλα είναι ενενηνταεννιά!», βραχνοτσίριζε συνεχώς (μέχρι να φάει την ηρεμιστική ένεσή του, και να λουφάξει στη γωνία κουλουριασμένος).
Η Λιζ κι ο Τοντ, λες και έχουν συναίσθηση μιας βαριάς ευθύνης να συντηρούν ένα κτίριο-φάντασμα και να συνεχίζουν μια αόριστη παράδοση, κάθε Χριστούγεννα σκουπίζουν τη μεγάλη σάλα τής ‘Γαλήνης’. Ξεσκονίζουν τα λιγοστά έπιπλα, που δεν έχουν λεηλατηθεί. Έχουν φτιάξει μελομακάρονα. Πάντα δέκα. Όσοι και οι τρόφιμοι της τελευταίας φουρνιάς. Συμβολικά. Έτσι και φέτος. Η Λιζ, ο Τοντ και τα δέκα μελομακάρονα, ανήμερα στις 25 Δεκεμβρίου στην κεντρική σάλα τής ‘Γαλήνης’. Το τελετουργικό έχει στάνταρ ως εξής: Η Λιζ κι ο Τοντ θα σερβίρουν τις ξεχαρβαλωμένες πια, άδειες, πολυθρόνες. Ένα γλυκό απάνω σε κάθε πολυθρόνα. Τιμής ένεκεν. Η Λιζ λέει ότι οι ψυχές των νεκρών συντρόφιμων πεινάν, και ξαναγυρίζουν στα γνώριμα μέρη, τριγυρίζουν στις γιορτές στα γνώριμα μέρη, αναζητώντας τροφή, απόδοση τιμής και απόδειξη μνήμης. Δέκα πολυθρόνες με μελομακάρονα. Σε δύο από αυτές, αντικριστά και χαμογελαστά, κάθονται Λιζ και Τοντ. Ψέλνουν την ‘Άγια Νύχτα’. Και κριτσανίζουν, πιο πολύ πιπιλίζουν, χωρίς δόντια καθώς είναι, τα λιγωτικά μελομακάρονα. Πού και πού, ρίχνουν καμιά κλεφτή ματιά στις πολυθρόνες. Όχι μόνο δεν τρομάζουν, αλλά ικανοποιούνται με αυτό που βλέπουν. Εφτά μελομακάρονα, λιγοστεύουν κάτω από ήχους μασήματος, σιγά-σιγά. Ώσπου οι πολυθρόνες τους θα μείνουν αδειανές, μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα και πάλι. Ένα μελομακάρονο φεύγει μόνο του, σβουριχτό προς το πάτωμα με τα ασπρόμαυρα, μεγάλα πλακάκια. Ο Τοντ σαστίζει. Η Λιζ γελά. «Ο Τζακ, Τοντ. Δεν θυμάσαι που σιχαινόταν τα μελομακάρονα;».-
Γιάννης Γ. Σημαντήρας, Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2011
Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011
μην το κουράζουμε
Δεν σου το γυροφέρνουν απέξω-απέξω όλα τα αντρόνια, αλλά πολλά, πάρα πολλά, είναι έτσι. Τις προάλλες, είχαμε βγει με έναν νοστιμούλη τριαντάρη σε ένα σκατοπιάνο-μπαρ (ποιος τού είπε ότι γουστάρω τη χαμηλή μουσική και τα χαζοψευτορομαντικά; ποιος τού μήνυσε ότι δεν έχω καύλες για χοντρά ξεσκίσματα; άμα λάχει, να τον στραπονιάσω κιόλας!), και να σου τα μάτια μου είναι πολύ ωραία, να σου τα χέρΓια μου είναι ποιητικά, να σου το χαμόγελό μου είναι, πώς στο δΓιάλο το έλεγε, αχά: μικρή αστραπή γοητείας! Γελούσα, μωρέ. Καλός ήτανε, καλά τα έλεγε. Μόλις ξεμπερδέψαμε από το κωλοπιανοσκατάρ, με πιάνει χέρι-χέρι, και βαδίζουμε σπίτι. Σωστός, αλλά αργούσε. Κι ήταν ωραίος, λάγνος, ο τσογλανάκος. Άσε που μοσχοβολούσε. Ήταν έτοιμος να με καληνυχτίσει (σαν τον τελευταίο καληνυχτάκια της σειράς), όταν τον αρπάζω από τα αρχίδΓια στην είσοδο της πολυκατοικίας και, έτσι γραπωμένο, τον σέρνω μέχρι το ασανσέρ, κι αποκεί στο διαμέρισμά μου. Μην το κουράζουμε. Θα γαμηθούμε, ρε μπήχτη μου; Του λέω. Λένε οι γραφιάδες και οι μιντιάδες σαν έτοιμος από καιρό. Μαλακία έκφραση. Ντεμέκ ποίηση κι έτσι. Αλλά ο ταυράκος τούτος ήταν όντως σαν έτοιμος από καιρό. Με έριξε στα τέσσερα και μου έριξε καναδΓυο ξεγυρισμένους πούτσους. Στον αποχαιρετισμό, μου πέταξε Ναι, έχεις δίκιο, δεν πρέπει να το κουράζουμε, και απήλθε χαμογελαστός ο πούστης. Μαθαίνει γοργά, αν μη τι άλλο. Fastlearnιλίκι.
Χτες βράδυ, συναντήθηκα με έναν παλιό συμμαθητή, που είχα καταλάβει ότι από το Λύκειο ήθελε να με σκίσει. Ποτό στο ποτό, άρχισε να με πλευρίζει. Πολύ κυρΓιελέησον, ρε μάγκα μου. Και, ναι, Ευγενίτσα μου, όσο μεγαλώνεις, τόσο ομορφαίνεις, και ναι, θυμάσαι τα παλιά στο σχολείο και άλλα παρόμοια. Άσε, γίγα, του κάνω. Μην το κουράζουμε. Δεν είμαι σε φάση απόψε. Μάλλον δεν σε κάνω και κέφι γενικά. Δεν το καλοχώνεψε εύκολα, αλλά την έκανε γρήγορα, και γλιτώσαμε κι οι δύο την άσκοπη σπατάλη χρόνου.
Είτε οδηγηθούμε στο κρεβάτι, κύριος, είτε πάρουμε έκαστος τη στράτα του, να είμεθα σταράτοι και ταχείς. Να μην το κουράζουμε. Να πούμε τη σκέψη μας. Ντιρέκτ, ρε. Ξέρω, δεν σκέφτονται όλες οι γκόμενες έτσι, δεν σκεφτόμουν ούτε εγώ έτσι, αλλά καθώς περνάν τα χρόνια, ο χρόνος, συνειδητοποιείς, δεν είναι απεριόριστος. Και το παίρνεις απόφαση: Για να το κουράζουμε είμαστε;
Χτες βράδυ, στο ρουχάδικο που δουλεύω, με πλησίασε ένας σαραντάρης. Γοητευτικός. Λιγομίλητος. Οι λιγομίλητοι είναι πάντα πρόκληση. Και ρίσκο. Ή τζούφΧιοι θα σου βγουν. Ή μεγάλο λαχείο! Αλλά, είτε έτσι είτε αλλιώτικα, σε προκαλούν να τους ξεγυμνώσεις, ψυχικά και γενικά. Να μην το κουράζω με αναλυτικές περιγραφές, δεν αργήσαμε (δεν το κουράσαμε), και χωρίς καν να το καταλάβω, βρέθηκα με την ψωλή του μες στο μουνί. Στην τρίτη διείσδυση (την πιο γλυκιά), βγαίνει έξω μου, και αρχίζει κάτι χαζά: Τι άλλα νέα εσύ; Πώς πάει η ζωή; Χέστηκα για το αν τον τσίμπησε έντομο, και έπαθε οξεία χαζομαρίαση. Εγώ ήθελα μονάχα να μου την (ξανα)χώσει. Μαν, δεν αφήνουμε τα χαζά; Οι ντροπές σε πιάσαν; Μην το κουράζουμε. Για να γαμηθούμε δεν ήρθαμε σπίτι σου;
Σάββατο, 29 Μαΐου 2010
H Mεταμόρφωσή της
Σε αυτή τη φωτογραφία τού -ευγενέστατου- Γιάννη Πάτρα, είμαστε με την Tad Lansdale.
Μore to come (hopefully)...
ΓΣ
Τρίτη, 18 Μαΐου 2010
της ψευδούς ελπίδος το ανάγνωσμα
πούλησέ μας μια χαρά-
διώξε αυτήν την καταιγίδα-
μακριά.
τάισέ μας ένα ψέμα-
από αυτά τα πειστικά-
τα ωραία, τα μεγάλα-
τα παραπλανητικά.
χάρισέ μας κι άλλα λόγια-
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα-
θα τα φάμε, τα μασάμε-
σαν τα μηρυκαστικά.
μηρυκάζουμε ελπίδες-
ψέματα παρηγορητικά-
σιχαινόμαστε τους ψεύτες-
και τους παρηγορητές.
ΓΣ
Κυριακή, 21 Μαρτίου 2010
Κυριακή, 14 Μαρτίου 2010
ΒΡΕ ΤΗΝ ΕΡΜΙΟΝΗ...
EΡΜΙΟΝΗ ΤΗΝ ΕΙΧΑΝΕ ΒΑΦΤΙΣΕΙ, ‘ΜΟΝΑ’ ΤΗΝ ΦΩΝΑΖΑΝΕ. ‘Μόνα’ συστηνότανε, ‘Μόνα’ την φωνάζανε. Το ‘Ερμιόνη’ ελάχιστοι το γνώριζαν. Οι χωρΓιανοί της ίσως στο απομακρυζμένο χωρΓιουδάκι της, κάπου σε ένα βουνίσΧιο μέρος, που πΧια δεν ήξερε ούτε πού πέφτει στον χάρτη –είχε χρόνια να πατήσει, απ’ την κηδεία τού παππού της, που την είχε μεγαλώσει, ορφανή από μπαμπά κι από μάνα. Δεν καίγομαι να πω την ιστορία της ολάκερη (αν και λίγο-πολύ την ξέρω), αλλά επείγομαι να αφηγηθώ ένα περιστατικό από τη ζωή της. Την αλήθΧεια του οποίου (περιστατικού) εγγυώμαι προσωπικώς, ως (ο μόνος στην ουσία) αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυς. ΒΓιάζομαι να το διηγηθώ, μην και πεθάνω στα γρήγορα (ποτέ δεν γκζες), και δεν καταγραφεί το συμβάν πουθενά-μα-πουθενά, παρά μόνο στις θύμησες των συμμετεχόντων και τη δική μου.
Η Ερμιόνη-Μόνα είχε φιλοσοφήσει τα πράματα από νωρίς. Από τα δεκάξι της, όταν πήγε με τα δΓυο πΧιο νταβραντιζμένα παλικαράκια τού χωριού. Και πΧοια ήταν η φιλοσοφία της; Να επιτύχει μια σταθερή και αδΓιατάραχτη μετριότητα. Η Μόνα, η Ερμιόνη, που σιχαινότανε τη μετριότητα, όπως οι υποχόνδριοι τα μικρόβΓια, αναγκάστηκε να το αναδείξει αυτό σε σημαία-για-την-επιβίωση-και-φάρο-για-την-ευτυχία. Οι μέτριοι επιβιώνουν. Οι μέτριοι, εντέλει, ευτυχούν.
Μην τα πολυλογούμε, γιατί τα ενδΓιάμεσα είναι σκέτα μηχανικά μέρη στην αφήγησή μας, πολλούς άντρες, μια έκτρωση, μια ισχυρή ερωτική απογοήτευση και ένα πτυχίο αισθητικού αργότερα, η Μόνα μας βρήκε δουλειά (δεν δυσκολεύτηκε, «κανείς μέτριος δεν δυσκολεύεται, ρε, πάρτε το χαμπάρι!») ως παρουσΧιάστρια, σε ένα μεγάλο, πανελλαδικής εμβέλειας, κανάλι. Μέτριο. Η Μόνα είχε στο μεταξύ γεννήσει τη Μίνα, ο μπαμπάς τής οποίας, αλκοολικός γυναικάκιας (γαμώ τους συνδΓυαζμούς;), την είχε κάνει για την Αφρική με μια μαύρη. Άλλη μια απογοήτευση για τη Μόνα. Η οποία δεν είχε την πολυτέλεια να πτοηθεί. Οι μέτριοι, εκ κατασκευής, δεν πτοούνται. Κι είπε να βγάλει το ψωμί της από την κατάστασή της. Και να κάνει μια εκπομπή για γονείς.
Και μια ΚυρΓιακή μεσημέρι, στη μία, γιατί τότε έβγαινε (live) η εκπομπή της, η Μόνα έχει καλεζμένο έναν νεαρό παιδοψυχολόγο, κι εγώ δουλεύω πάνω, «στη ροή». Τρεις εικονολήπτες, ένας φροντιστής τού ήχου, ο παιδοαυτός, εγώ κι η Μόνα είμαστε όλοι κι όλοι στο στούντιο. ΚυρΓιακάτικη ραστώνη, και καλά και σώνει, χα χα χα… Μόλις γίνεται το μεγάλο δΓιάλειμμα, το δωδεκάλεπτο για δΓιαφημίσεις, η Μόνα, ως συνήθως με φαρδύ μίντι φόρεμα, γόβες και σταυροπόδι ολκής, κάτι λέει στον παιδοψυχολόγο, που μάλλον τον γνώριζε από παλιά, και κάτι γνέφει στα παιδΓιά από τις κάμερες και τον μαγκίτη στον ήχο. Κι ως δΓια μαγείας, σαν να ήταν εκ των προτέρωνε συνεννοημένοι, συγκλίνουν όλοι προς τη Μόνα, η οποία έχει το χαμόγελο της αληθινής ευτυχίας, καμαρώνει και ανοίγει το στόμα … μα τι στα γαμίδΓια…
…βγάζει έξω τη γλώσσα … και ίσα που δΓιαβάζω τα χείλια της (γιατί έχω ακουστικά στα αφτΧιά μου) να λένε: «Λεβέντες μου, σημαδέψτε λάρυγγα και γλώσσα, και προς Θεού, όχι μαλλιά ή μάπα, γιατί θα μας γαμήσουν και σ’ αυτήν και στην άλλη ζωή… Στόμα, ναι; Μην μας πάρει χαμπάρι το πανελλήνιο!»… και τα παιδΓιά πΧιάνουν να παίζουν τις ψώλες τους μπροστά στ’ ορθάνοιχτο στόμα της, κι αυτή πΧιάνει να χαϊδεύει τα μουσκεμένα μουνόχειλά της, και να λαγνεύεται και να κοκορεύεται σαν εστεμμένη τής πορνείας. Ε, θα παραδεχτώ ότι άρχισα να τημπαίζω κι εγώ. Η Μόνα με κοίταζε με την άκρη τού βλεφάρου της, και με χαιρετούσε, όσο είχε ελεύθερο χέρι, γιατί μαλάκιζε τους υπόλοιπους. Ανάθεμα την τύχη μου! Πού να άφηνα το κοντρόλ; Κι αλίμονό μας, αν οι μαλάκες δεν χύσουν γρήγορα, και δεν χύσουν εύστοχα! Και, πράγματι, όλοι στόχευσαν γρήγορα, και αποτελεζματικά. Λάρυγγας. Τριάντα δεύτερα πριν να βγούμε αέρα, ο ζάβλακας ο παιδοψυχολόγος ακόμα να χύσει. Όσοι είχαμε μαλλιά τα τραβούσαμε! Είκοσι δεύτερα. Τίποτα. Η Μόνα ατάραχη. Η μακαριότης των μετρίων. Οχτώ δεύτερα πριν να βγούμε στον αέρα, ο παιδοψυχοαυτός εκπυρσοκρότησε. Τα σκάγια πήραν τη Μόνα (ουφ!) στον λάρυγγα όλα, πλην μιας μικρής, αλλά ορατής στην κάμερα, πιτσιλιάς στο πάνω χείλος. Η Μόνα δεν είχε άλλη επιλογή. Σλούρπισε με τη γλώσσα το χύσι τού παιδοψυχοτέτΧοιου, όσο επανερχόμασταν στον αέρα.
Και επανήλθε στο πρόγραμμά της, σαν να μη συμβαίνει τίποτα με ένα «Πού είχαμε μείνει, λοιπόν, κύριε Αυτέ μου;». Θα σου έλεγα εγώ πού είχατε μείνει, μωρή μαλακιζμένη… που μας κοψοχόλιασες!
Την άλλη μέρα το πρωί, ο Προϊστάμενος Ροής, σκυλί μαύρο και εγκάθετος του Μεγάλου Αφεντικού, με φώναξε στο γραφείο του. Μπήκα με το δεξί, και πριν καν πω «καλημέρα», αυτός ο Κέρβερος, που παρακολουθούσε νυχθημερόν το Κανάλι, μου σκάει τη μεγαλειώδη ατάκα: «Αυτή η Μόνα, ρε μεγάλε, τι σκατά έτρωγε εν ώρα εκπομπής, και γλειφόταν σαν ηλίθΧια μετά το δΓιάλειμμα χτες; Καλά, δεν σε έχω καταστήσει υπεύθυνο να κόψει τα γλυκά τού κουταλιού πάνω στη δουλειά;».
Γιάννης Σημαντήρας