Τετάρτη, 28 Μαΐου 2008

short story

Ε Φ Ρ Α Ι Μ

O MONAΧΟΣ ΕΦΡΑΙΜ στριφογύριζε στη φτωχική ψευτοκλίνη του. Δεν του κολλούσε ύπνος! Δεν έλεγε να τον πάρει ο Μορφέας. ΠΧοιον; Αυτόν, που δεν προλάβαινε να φτάσει στο τέλος τού «Πάτερ ημών…», και ροχάλιζε μακάρια. Ήταν γαλήνιος άνθρωπος ο παπαΕφραίμης. Θόρυβο έκανε, μοναχά όταν κοιμόταν. Κι αυτόν πάλι λιγοστό. Δεν ροχάλιζε τόσο, όσο ξεφυσούσε απαλά. Ο κάματος της ημέρας στο μοναστήρι, όχι τίποτα σκοτούρες. Ο Εφραίμ είχε ταχτοποιημένα τα ιδεολογικά του, τα υπαρξιακά του και τα λοιπά του τα πιστεύω. Που δεν ήταν, δηλαδή, πολλά. Ήταν ένα. Το «Πιστεύω». Το ΣύμβολοτηςΠίστεως. Ο Εφραίμ πίστευε. Ή πίστευε ότι πίστευε. Πάντως, δεν πολυπετάριζε ο νους του δεξιά κι αριστερά, δεν έγερνε η σκέψη του από τη ρότα που είχε χαράξει από 27 χρονών, όταν ντύθηκε καλόγερος. Ήταν σίγουρος. Και, αφού ήταν σίγουρος, δεν χρειαζόταν να ανησυχεί. Από τη σιγουρΓιά του, πήγαζε η πραότητά του. Είχε προσαρμόσει (μέσα του, δεν το έλεγε σε κανέναν) τα τυπικά τής θρησκευτικής και λατρευτικής πρακτικής κατά το δοκούν, και όλα τσουλούσαν ήρεμα. Χωρίς εκπλήξεις. Αλλά με ηρεμία που οι κοζμικοί θα ζήλευαν. «Είχε προσαρμόσει τα τυπικά τής θρησκευτικής και λατρευτικής πρακτικής κατά το δοκούν» θα πει ότι δεν πολυσκοτιζότανε για Αγίους, Μυστήρια, Εντολές, Αναστάσεις και Αναλήψεις, αλλά έτρεφε τη βεβαιότητα ότι η χριστιανική διδαχή μόνο ωφέλιμη αποβαίνει για το σύμπαν. Αγάπη γι’ αυτόν σήμαινε να μην ενοχλείς κανέναν. Κι αν σιχαινόταν κάτι, αυτό ήταν να ενοχλεί και να ενοχλείται.
Τριάντα χρόνια από τότε που πρωτοκλείστηκε στο Μοναστήρι, γίνονται τούτη τη βραδΓιά. Ο Εφραίμ, 57άρης πια, αλλά ακμαίος και θαλερός (λες και δεν τον ενόχλησε μήτε ο χρόνος), συλλογιέται ότι υπηρέτησε τον Κύρη του με σύνεση, με συνέπεια, με προσήλωση, με αφοσίωση. Συλλογιέται και κάτι ακόμα, αλλά, αμέσως, την αποδΓιώχνει τη σκέψη του: ότι, αν ήταν υπάλληλος στο Δημόσιο, θα έβγαινε στη σύνταξη όπου να ’ναι. Όλες οι υπηρεσίες ευδοκίμως τερματίζονται. Κρυφογελάει μέσα από τα γένια του.

Υπόδειγμα ενάρετου ανθρώπου και εγκρατούς ανδρός ο Εφραίμ. Με τα υλικά αγαθά δεν είχε δεζμό. Του έφτανε ένα πΧιάτο φαΐ και δΓυο φρούτα. Είχε μάθει να αδΓιαφορεί για τις στύσεις του, και να γυρνάει την πλάτη στη φύση του και στα ορμένστιχτά του. Έτρεχε κάθε μέρα. Για γυμναστική. Γύρω-γύρω από τη Μονή. Πενήντα φορές. Άλλοι μοναχοί λέγαν προσευχές τόσες φορές. Ελόγου του, έτρεχε. Τα αθλητικά του, τα παπούτσΧια και οι μαύρες βαμβακερές φόρμες (με το σήμα τήζ Μονής ραμμένο στο αριστερό μανίκι), ήταν και το μόνο του βΓιος. Για τουζ γονείς του και τους συγγενείς του δεν ήξερε κανείς τίποτε. Παρά τη φαινομενική λόξα του, ο Εφραίμ ήταν αγαπητός στους υπόλοιπους μοναχούς. Γιατί μιλούσε μόνο όταν ήταν ανάγκη. Και ποτέ δεν ξεστόμιζε αερολογίες. Κι άμα του ζητούσε κάπΧοιος γνώμη, πάντα είχε κάτι εύστοχο να προτείνει. Συνήθως, μάλιστα, γραπτώς. Σου έλεγε: «Άσε με να σκεφτώ και θα σου απαντήσω». Και σε μερικές ώρες, είχε έτοιμο είχε ένα κείμενο-ανάλυση των δεδομένων, με προτεινόμενες λύσεις. Εμπεριστατωμένο. Μαθηματικά δομημένο. Οριζμένοι έλεγαν (ή έτσι αγαπούσαν να νομίζουν τελοσπάντων) πως επρόκειτο για μαθηματική δΓιάνοια, που έβγαλε αμερικανικό Πανεπιστήμιο με άριστα, αλλά ερωτεύτηκε μια σκύλα καθηγήτρια εκεί, ένα -μετά συγχωρήσεως- βρομοθήλυκο, Εγγλέζα, με τα διπλάσια και άνω χρόνια από αυτόν, που του έκανε τον βίο αβίωτο, με αποτέλεζμα να πάρει την απόφαση να μονάσει. Ω, λόγια… ΔΓιαδόσεις.

[ . . . ]

Κι αυτός ο ύπνος δεν λέει να τον πάρει σήμερα! Τι είναι τούτο; Πρωτόφαντο. Να τος. Σηκώθηκε όρθΧιος στην κάμαρή του τη στενή. Ανάβει κερί. Κρεμάει το ράσο του το χιλιομπαλωμένο. Φοράει τις φόρμες του. Βάζει τα Νike τα παπούτσΧια του τα σκιζμένα. Ακούγεται να λέει, κάπως έντονα για κάπΧοιον που τον ξέρει, κάτι για την κοινωνία, όχι τη Θεία Κοινωνία, αλλά την κοινωνία των ανθρώπων, κάτι σαν «…την κοινωνία μου μέσα!». Βήματα. Τροχάδην. Χαλαρό στην αρχή. Μετά πΧιο γοργό. Και πΧιο γοργό, και πΧιο γοργό. Ο παπαΕφραίμ έχει βγει από την αυλή τού ΜοναστηρΓιού. Έξω από το Μοναστήρι. Μόνο που, αυτήν τη φορά, κάνει τον κύκλο τήζ Μονής. Απομακρύνεται. Έναζ δρομέας μες στη νύχτα.

Γιάννης Γεωρ. Σημαντήρας

(προηχογραφημένη, μεταδόθηκε στον 95,8 τα μεσάνυχτα της Τρίτης27Μαΐου08)

Τρίτη, 20 Μαΐου 2008

short story

ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΗ ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ

ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΤΗΝ ΕΙΧΑ ΔΕΙ ΠΧΙΟ ΧΑΜΟΓΕΛΑΣΤΗ! Έδειχνε πΧιο χαρούμενη από οποτεδήποτε! Χαιρόμουν με την ευτυχία της σ’ αυτό το πενθήμερο ταξίδι μας στη Φλωρεντία. Και την αγαπούσα. Την αγαπούσα πΧιο έντονα από ποτέ. Μέσα μου, βασίλευε η ακλόνητη βεβαιότητα ότι δεν θα έβρισκα σύζυγο σαν κι αυτή. Να με προσέχει. Να νοιάζεται. Να μ’ αγαπάει. Να μου παραστέκεται. Και να με χειρίζεται τόσο μαστόρικα στο κρεβάτι. Ίσως θα έπρεπε να το βάλω πρώτο αυτό, σε σημασία. Αν και αμφιβάλλω αν υπάρχει κάτι που να έχει σημασία στη ζωή…
Ήταν ένα από τα δεκάδες ταξίδΓια με τη γυναίκα μου στη Φλωρεντία. Το πρώτο, χωρίς τα παιδΓιά μας. Που μεγάλωσαν. Είκοσι το ένα, εικοσιδύο χρονών το μεγαλύτερο. ΔΓυο κόρες. Και δεν μας ακολούθησαν στη Φλωρεντία, για πρώτη φορά. Αυτονομήθηκαν, δίνοντας και σε μας την ευκαιρία να απολαύσουμε την δική μας αυτονομία.
«Μα, καλά», της έλεγα, δήθεν ότι εγώ είχα βαρεθεί τις βόλτες στην πόλη, «δεν χόρτασες να γυρνάς γύρω-γύρω από τη Santa Maria del Fiore;». Μου ’στελνε το πΧιο ακριβό χαμόγελο του κόζμου, και μου χάιδευε το πρόσωπο, μητρικά κι ερωτικά. Κι όταν συνειδητοποιήσαμε ότι δεν είχαμε βαδίσει στις όχθες τού Άρνο, χέρι-χέρι, το κάναμε κι αυτό, μην εγγραφεί στη λίστα με τ’ απωθημένα και τα ‘must-do’. Mακρύς, ατέλειωτος περίπατος κατά μήκος τού ποταμού. Αμίλητοι και χέρι-χέρι για ώρες. Στις κλεφτές ματΧιές που της έριχνα, μου φαινόταν ότι έλαμπε από ομορφΧιά. Κι ήταν ολόκληρη ένα χαμόγελο.
Μόνο που δεν ψώνιζε αυτήν τη φορά. «Πάρε κάτι», της έλεγα. «Πάμε για shopping σε κανα εμπορικό κέντρο!» «Όχι, μωρέ», μου απαντούσε, «ξέρω λίγο-πολύ τι έχουν, και από ρούχα και από καλλυντικά, σχεδόν τα έχω αγοράσει όλα». Αυτό με παραξένεψε, γιατί πάντα ξημεροβραδΓιαζόμασταν στα εμπορικά τής Φλωρεντίας, αλλά δεν έδωσα σημασία, γιατί ζούσα στιγμές ιδανικής ευτυχίας. Να τη πάλη η σημασία. Έχει σημασία η ευτυχία; ΚάπΧοια στιγμή, σταμάτησε σε ένα φαρμακείο, να πάρει λέει, ασπιρίνες, για έναν ξαφνικό πονοκέφαλο. Αλλά, και πάλι, δεν έδωσα σημασία.
Εννιά το βράδυ, στο ξενοδοχείο. Το επόμενο πρωί στις έντεκα, έχουμε αναχώρηση για Ελλάδα. Τα έχει ετοιμάσει ήδη όλα στην εντέλεια, όπως πάντα. Θα πάρει το μπάνιο της στην μπανιέρα τού δωματίου μας. Όπως πάντα. Αυτό σημαίνει ότι θα μουλιάσει. Νόμιζα ότι άλλος άνθρωπος δεν βρίσκεται τόσο ερωτευμένος με το νερό όσο εγώ, αλλά η γυναίκα μου έκανε πάντα σαν νερομανής, ξεχνιόταν μες στην μπανιέρα, κολυμπούσε φανατικά, έπινε λίτρα ύδατος. Την παραδεχόμουν και για αυτό.
. . .
Μα τι κάνει; Πάει για ρεκόρ; Έχει μιάμιση ώρα μέσα. Μπαίνω να της κάνω έκπληξη. Έκπληξη μου έκανε αυτή. Γεμάτη νερό η μπανιέρα. Αλλά αυτή στο πάτωμα, με αφρούς στο στόμα. Δίπλα της ένα κουτάκι χάπΧια. ΆδΓειο. ΟλόαδΓειο. Δίπλα της, στο πάτωμα, κι ένα χαρτάκι. Τι στα κομμάτΧια, ρε ΔΓιάολε; ΠΧοιος σκηνοθετεί αυτό το καταραμένο το έργο; ΠΧοιος με έβαλε να παίζω αυτήν τη σκηνή; Δεν ξέρω τι να κάνω. Ίσα που έχει δύναμη να μου δείξει το χαρτάκι, με το χέρι της. ΔΓιαβάζω μες σε δευτερόλεπτα (και όλα με κεφαλαία… μα αφού σιχαινόταν τα κεφαλαία):
ΔΕΝ ΣΕ ΑΓΑΠΗΣΑ ΠΟΤΕ. ΝΟΜΙΖΑ ΟΤΙ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑ. ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΑ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ. ΔΕΝ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΠΛΗΓΩΘΟΥΝ. ΑΠΟ ΠΕΡΣΙ, ΕΦΥΓΕ ΑΠΟ ΚΑΡΚΙΝΟ Ο ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΛΑΤΡΕΨΑ. ΒΛΕΠΟΜΑΣΤΑΝ ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ. ΑΛΛΟ ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΠΙΟ ΠΟΛΥ ΑΠΟ ΤΟ ΝΑ ΤΟΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΩ. ΜΙΛΗΣΑ ΣΤΙΣ ΚΟΡΕΣ ΜΑΣ ΓΙ’ ΑΥΤΟ. ΞΕΡΟΥΝ. ΣΥΜΦΩΝΟΥΝ ΜΕ ΟΠΟΙΑ ΕΠΙΛΟΓΗ ΚΙ ΑΝ ΚΑΝΩ, ΕΙΠΑΝ. ΞΕΡΟΥΝ ΚΙ ΟΤΙ ΤΙΣ ΑΓΑΠΩ. ΑΛΛΑ ΚΑΤΑΛΑΒΑΝ. ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΟΥΝ. Σ’ ΑΓΑΠΑΝ ΚΙ ΕΣΕΝΑ ΠΟΛΥ ΟΙ ΚΟΡΕΣ ΜΑΣ. ΘΑ ΣΕ ΠΡΟΣΕΞΟΥΝ. ΞΕΡΩ ΚΑΙ ΞΕΡΟΥΝ ΟΤΙ ΘΑ ΤΙΣ ΠΡΟΣΕΞΕΙΣ ΚΙ ΕΣΥ. ΔΕΝ ΣΟΥ ΛΕΩ ‘ΣΥΓΝΩΜΗ’. ΟΥΤΕ ΓΕΙΑ. ΜΟΝΟ ΦΕΥΓΩ.
Μονομιάς, όλη η αγάπη μου γι’ Αυτήν μετατρέπεται σε μίσος. Εκδίκηση είναι αυτό που γυρεύω. Εκδίκηση για τα χαμένα χρόνια μου. Θα την αφήσω να πεθάνει σαν σκυλί τη βρόμα! Ναι, αλλά έτσι θα της κάνω το χατίρι να φύγει μόνη της, με τη δική της θέληση. Αρπάζω τον κόφτη που πάντα κουβαλάω μαζί μου, από συνήθΧειο. Μ’ αυτόν τον κόφτη, έχω κόψει τις ετικέτες των ρούχων που αγοράζαμε από τη Φλωρεντία σε όλα μας τα ταξίδΓια. Με τρεις μελετημένες κινήσεις, της κόβω την καρωτίδα! Το μόνο που θυμάμαι είναι πίδακες αίματος. Δεν πειράζει· είμαι καλός στο σφουγγάριζμα. Κι εξάλλου, η μπανιέρα είναι κιόλας γεμάτη νερό για να ξεπλυθώ. Παίρνω με την ησυχία μου το μπάνιο μου μες στην μπανιέρα, με τα πΧιο μοσχοβολιστά φλωρεντίνικα αφρόλουτρα, δίπλα στο άψυχο κορμί της, που απαξιώ και να κοιτάξω. Πλήρης ηρεμία με δΓιακατέχει.
Bγαίνω γαλήνιος και μακάριος από το δωμάτιο. Ρωτώ τη ρεσεψΧιονίστα, γνωστή από καιρό, την έχω μπουρμπουαρΓιάσει δεκάδες φορές: “When’s the next flight for Paris, Martina?”. “For Paris? Lemme check on my computer, sir… Well, it’s in about one an half hour from now. And there are tickets available, for the moment”. Λαμπρά. Το αεροδρόμιο απέχει μόλις δέκα λεπτά από το ξενοδοχείο. “Call me a taxi, Martina. And book me a ticket for Paris. Oh, and please, don’t disturb my wife. She’s got to wake early next morning”.


Γιάννης Γεωρ. Σημαντήρας

Κυριακή, 18 Μαΐου 2008

short stories on air

ΕΝΑ ΝΕΟ ΦΡΟΥΤΟ φυτρώνει στον εκπομπικό μπαχτσέ των δΓιαμαντΓιών. Μου κατέβηκε, μόνο του έγινε, τουλάχιστον στην αρχή, να γράφω ιστορίες, έχοντας κατά νου ότι θα τις παίξω (δΓιαβάσω) δραματοποιημένες στο μικρόφωνο της εκπομπής. Έτσι, ξεκίνησε το προτζεκτάκι τής συγγραφής short stories (ανάμεσα 4 με 5 λεπτά τής ώρας), οι οποίες θα προηχογραφούνται και το ηχογραφημένο απόσπαζμα θα βγαίνει στον αέρα κατά κανόνα μεσάνυχτα Δευτέρας. Μεσάνυχτα και πέντε πρώτα λεπτά Δευτέρας, αν τέλουμε να είμαστε ακριβείς. Έτσι κάπως δημιουργήθηκε και το www.simandiras.blogspot.com, οίκος ιντερνετικός και αποθήκη των εν λόγω ιστοριών, με το σκεπτικό ότι οριζμένοι θα ήθελαν να ακούν την ιστορία στο ράδΓιο, αλλά και να την συνοδεύουν με την ανάγνωση του αντίστοιχου γραπτού κειμένου ανά πάσα στιγμή.
Το μέλλον και η πορεία των ιστοριών ετούτων, όπως και το περΓιεχόμενο τού νέου μπλογκ παραμένει ρευστό. Για την ώρα, η ιστορία τού μεσονυχτΧιού Δευτέρας19τούΜάη08 περιλαμβάνει τη guestασΧιά τής συναδελφίνας, Μαρίας Βασιλει-άδου (έτσι θέλει αν την προφέρουμε), και λέγεται ΘάνατοςστηΦλωρεντία. (αναγνώστης: άι γαμήσου, κι εσύ κι ο Δάντης σου)

Γιάννης Γεωρ. Σημαντήρας

στη φωτό η Σάντα Μαρία ντελ ΦΧιόρε, κρυφή πρωταγωνίστρω τού δΓιηγήματος ΘάνατοςστηΦλωρεντία (soon to be published here).

Κυριακή, 11 Μαΐου 2008

short story

Προηχογραφημένο το ακόλουθo διηγηματίδΓιον μεταδόθηκε (δΓιαβαζμένο από μένα) μεσάνυχτα Δευτέρας12Μαΐου2008, στον 95,8FM τής ΕΡΤ3:

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΕΛΙΔΑ

«Η ΑΡΧΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΗΜΙΣΥ ΤΟΥ ΠΑΝΤΟΣ»: αυτή κι αν είναι μια δΓιαδεδομένη και αδΓιαμφιζβήτητη αρχή, παραδοσΧιακά, στην Ελλάδα.
Μόνο που, στην περίπτωσή μας, είχε γίνει η αρχή, είχε περάσει και η μέση, είχε φαγωθεί ο γάιδαρος. Ε, τι έμενε; Η ουρά. Στην ουρά κολλήσαμε τώρα;
Κι όμως, ο συγγραφέαζ μας είχε κολλήσει στην ουρά. Δηλαδή, για να λέμε τα πράματα όπως ακριβώς έχουν, στην ουρά-ουρά. Στην τελευταία παράγραφο της τελευταίας σελίδας.
Και δεν μιλάμε για καν’ναν ατάλαντο ούτε για καν’ναν τεμπελχανά. Μιλάμε για έναν γραφΧιά, παροιμιώδους ευρηματικότητας. Που έβρισκε λύση σε κάθε γρίφο τήζ γραφής. Για να μη χάνει τη φόρμα του -άκουσον, άκουσον- εκτελούσε, με ψευδώνυμο, κειμενογραφικές εργασίες πάσης φύσεως. Τα μυστήρια του γραψίματος τα κατείχε, όπως ο παπάς τα κυρΓιελέησόν του. Αυτόματα έγραφε. Ακαριαία έδινε λύσεις στα προβλήματα, που συναντούσε γράφοντας. Ακόμα-ακόμα, έναντι αδράς αμοιβής (αυτό το γνώριζε ο ίδΓιος κι ο εκδότης του και κανείς άλλος ζωντανός ή νεκρός), έκανε τον δΓιορθωτή βιβλίων αλλωνών συγγραφέων στον εκδοτικό οίκο, όπου έβγαιναν και τα δικά του βιβλία. Τα δικά του βιβλία, ας το πούμε έτσι, ας το πούμε όπως ευρέως συνηθίζεται να λέγεται, μόνο και μόνο για να συνεννοηθούμε, ήταν η ναυαρχίδα τού ταμείου τού εκδοτικού οίκου. Σε χρόνο ρεκόρ, εξαντλείται η μια έκδοση, και δώσ’ του ανατύπωση κόντρα στην ανατύπωση. Ο εκδότης του (και ο ίδΓιος ο συγγραφέαζ μας, που ουδέποτε έκρυψε την αδυναμία του προς τις υλικές απολαύσεις) είχε χτίσει δΓυο λουσάτες βίλες, χάρη στις θεαματικές πωλήσεις των βιβλίων τού συγγραφέα μας. Φως φανάρι, ο εκδότης πρόσεχε τον συγγραφέα, σαν τα μάτΧια του και πΧιο πολύ. Ακόμα και για τη δΓιατροφή του ενδΓιαφερόταν. Και δεν ήταν λίγες οι φορές, που του έστελνε τα πΧιο τολμηρά (και πανάκριβα) κορίτσΧια της αθηναϊκής νύχτας, για να ξεσπάσει πάνω τους τιζ γεμάτες έμπνευση σαρκικές ορέξεις του. Λέγεται ότι όσα κορίτσΧια πέρασαν από το κρεβάτι του έφευγαν το πρωί ξεθεωμένα, πονεμένα, μελανιαζμένα, με άδΓειο βλέμμα, αλλά με φουλαριζμένη τζέπη. ΠΧοιος ξέρει τι εμπνεύσεις έθετε σε εφαρμογή ο συγγραφέαζ μας! Μερακλής στιζ λέξεις, μερακλής και στις ορέξεις…
Ο εκδότης έχει χάσει την υπομονή του. Ξέρει ότι ο συγγραφέας έχει ολοκληρώσει το τελευταίο βιβλίο τής θρυλικής τετραλογίας του, με γενικό τίτλο ‘Η ύλη’. Το πρώτο βιβλίο λεγόταν ‘Αφή’. Το δεύτερο ‘Όλα’. Το τρίτο ‘Μάζα’. Και οι τρεις συνέχειες σκόραραν τρελά νούμερα. Εδώ και έντεκα μήνες, ο εκδότης ακούει καθημερινά την ίδΓια επωδό από τον συγγραφέα του: «Είμαι στο τέλος τού τέταρτου βιβλίου. Μου μένει μόνο η στερνή παράγραφος, και σου το στέλνω κατευθείαν». Το τέταρτο αυτό βιβλίο θα λέγεται ‘Το τέλος’. Φήμες δΓιαχύθηκαν ότι ίσως και να αποτελέσει, όπως αγαπάμε να λέμε στην Ελλάδα, το κύκνειο άζμα τού δημιουργού του. Ίσως και να μην ξαναπΧιάσει μολύβι μετά από αυτό, ούτε καν για να γράψει γράμμα ή τα ψώνια στο σουπερμάρκετ.
Ο συγγραφέας κι αν έχει χάσει την υπομονή του. Μιλάμε για μια κωλοπαράγραφο του κερατά, ε; Αυτός, που λέξεις δεν του αντιστάθηκαν ποτέ, μοιάζει σαν στομωμένο μαχαίρι. Άχρηστο. «ΚάπΧοιος πρέπει να με τροχίσει, δΓιάολε!», σκέφτεται, καθώς σκίζει ένα ακόμα ντέμο τής ύστατης παραγράφου.
Είναι εβδομηνταπέντε χρονών πΧια ο γραφΧιάζ μιας, κι αζ μην του φαίνεται. Χωρίς συγγενείς. Χωρίζ μόνιμη κατοικία. Συντηρεί τον μύθο του επιμελώς. Επιθυμεί η αυλαία τού ‘Τέλους’, του νέου του βιβλίου, να πέσει με τρόπο μοναδικό. Να αφήσει έκθαμβο το κοινό. Να ξεσπάσει ο κόζμος σε χειροκροτήματα αυθόρμητα.
Τις σκέψεις του δΓιακόπτει το κουδούνι στην πόρτα. Είναι ο εκδότης του. Ο συγγραφέας ανοίγει και υποδέχεται τον εκδότη. Πριν προλάβουν να περάσουν μέσα, στο χολάκι τής εισόδου, ένας πνιχτός κρότος, σαν από πυροβολιζμό με σιγαστήρα, σπάει παροδικά τη σΧιωπή.
Λίγεζ μέρες αργότερα, το βιβλίο φιγουράρει στιζ βιτρίνες. Σενιαριζμένο. Ογκώδες. Με εξώφυλλο ένα περίστροφο, φρεσκομπαρουτΧιαζμένο. Και με τελευταία παράγραφο:
«Ο εκδότης αποφάσισε να πάρει τις εξελίξεις στα χέρΓια του. Απροειδοποίητα, επισκέφτηκε τον συγγραφέα σε ένα από τα δΓιαμερίζματα, που νοίκιαζε. Με το που του άνοιξε ο συγγραφέας, ο εκδότης τον πυροβόλησε στο κεφάλι. Κατακούτελα. Μια κι έξω. Τέλος. Οριστικό.»

Γιάννης Γεωρ. Σημαντήρας