Κυριακή, 29 Ιουνίου 2008

ΕΠΙ ΤΑΣ

«— ΓΙΑΝΝΑΡΑ, ΑΔΕΡΦΕ ΜΟΥ…»

ΕΤΣΙ ΞΕΚΙΝΑΕΙ ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ.

ΠΑΝΤΑ ΕΤΣΙ ΜΕ ΕΛΕΓΕ: «ΓΙΑΝΝΑΡΑ».

Από τότε που μεγαλώναμε μαζί, γειτονόπουλα και συμμαθητές στο ίδΓιο θρανίο, σε ένα χωρΓιουδάκι τής Σκύδρας (δεν έχει σημασία σε πΧοιο). Σημασία έχει ότι το χωρΓιό μας έπεφτε πάντα μικρό για τον Νικόλα. Από τότε που άρχισε να καταλαβαίνει τι του γίνεται, λίγο αφότου μπήκε στην εφηβεία, ο Νικόλας το ’ριξε στο ξεφύσημα και στον αναστεναγμό. Θηλιά στο λαιμό του το στενό κάδρο τού χωρΓιού. «Δεν είμαι εγώ για εδώ, ρε Γιαννάρα», μου έλεγε και μου ξανάλεγε. «Γράψε μείον ένας αγρότης στο χωρΓιό, δεν θα πάθει και τίποτα ο τόπος, έτσι και με χάσει, ε;». Τον ένιωθα. Καταλάβαινα πολύ καλά για τι μου μιλούσε. Αλλά εγώ είχα δΓυο αδερφές και μια μάνα (συν έναν πατέρα, σκλάβο τού αλκοόλ), και δεν με έπαιρνε να κάνω όνειρα φυγής. Και δεν έφυγα. Σε αντίθεση με τον Νικόλα, που πήρε τα μπογαλάκια του (τρόπος τού λέγειν, δΓυο αλλαξΧιές ρούχα και μερικά εσώρουχα, μέσα σε έναν κόκκινο Αντίντας σάκο) και άφησε πίσω του μονάχα αναμνήσεις. Ένα πρωί τού Οχτώβρη τού 1988. Κοντά είκοσι χρόνια πριν. Συγγενείς άλλους δεν είχε από μια θΧεια που τον ανέθρεψε (γονείς είχαν σκοτωθεί σε τροχαίο). Εκείνο το πρωί τού Οχτώβρη, αποχαιρετήσαμε τον 20χρονο Νικόλα, τα μπογαλάκια του και τις οικονομίες του (τα καλοκαίρΓια δούλευε πάντα στα ροδάκινα) στον Σταθμό τού τρένου, η θΧεια του κι εγώ, ο αδερφικός φίλος του. Στη θΧεια του είπε ότι πήγαινε στην Αμερική να δουλέψει και ότι θα γύριζε σε πέντε χρόνια, παραλής και σένιος. Η θΧεια του, που ήταν και αλαφρούτσικη στα μυαλά της, το έχαψε σαν μπουκιά ψωμί.

Εγώ ήξερα. Μου είχε εξηγήσει. Θα την έκανε για Καναδά, σε έναν άλλο μπάρμπα του, χωμένο στα κόλπα και μπαζμένο στα κυκλώματα. Είχε ένα όνειρο, και, με λίγη βοήθΧεια κι από τον τσάκαλο τον μπάρμπα του, θα το πετύχαινε πάση θυσία. Δεν θα επέστρεφε, άμα δεν τα κατάφερνε. Ήταν μια μοντέρνα ανάπλαση του σπαρτΧιάτικου «Ή ταν ή επί τας». Ο Νικόλας ονειρευόταν να γίνει ηθοπΧοιός σε αυτό που συγκεκαλυμμένα λέμε «ρεαλιστικό σινεμά». Το είχε αποφασίσει. Μόνο αυτό τού ταίρΓιαζε. Λάτρευε τιζ γυναίκες. Χωρίς τη μυρΓουδΓιά τους στο κορμί του, έμοιαζε ελαττωματικός. Ήθελε πολλές. Τις ήθελε όλες. Ο πρώτος ήταν ή ο τελευταίος;

Για να είμαι ειλικρινής, δεν πίστευα ότι θα μπορούσε να κάνει ούτε το παιδί για τα θελήματα στη βΓιομηχανία τού πορνό. Από αγγλικά, δεν σκάμπαζε, παρά μόνο το ‘γιες’. Και ούτε που είχε βγει ποτέ από το χωρΓιό. Το μόνο του προσόν ήταν η εργατικότητα (σκυλί μαύρο λέμε) και η φιλοτιμία. Και μάθαινε γρήγορα. Έτσι κι έδινε βάση, τα έπαιρνε τα «γράμματα».

Τον πρώτο καιρό, μου έγραφε κάθε 15 μέρες ο Νικόλας. Ήταν καλά, ήταν στον Καναδά, έκανε δουλειές τού ποδαρΓιού, ο μπάρμπας του τον πλάσαρε σε παραγωγούς βρομοταινιών, είχε κάνει και μερικά δοκιμαστικά, μου έστελνε και μερικά δολάρΓια. «Για τη μάνα σου και τις αδερφές σου, ρε Γιαννάρα –δεν έιναι τίποτα, πες πως είναι δανεικά...» Μετά, τα γράμματα όλο και αραίωναν, ώσπου έζβησαν τελειωτικά, και νέα του δεν λάμβανα. Στις δικές μου επιστολές δεν απαντούσε. Άρχισα να ανησυχώ. Με ζώσανε τα φίδΓια.

Παντρεύτηκα, έκανα παιδΓιά, Νικόλας γιοκ, δεν δίνει σημεία ζωής. Ο κόζμος, όμως, είναι μικρός, σαν μια μπάλα ποδοσφαίρου, σαν έναζ βόλος, από αυτούς που παίζουν τα παιδΓιά, και υπό τον ήλιον κρυπτόν ουδέν. Ένα βράδυ που σέρφαρα στο Ίντερνετ, έκανα search στο όνομά του. Χριστός κι Απόστολος και δεκαεφτά κουρσάροι, τι ήταν τούτο; Χιλιάδες αποτελέζματα. Καλώς τον Νίκολας, ρε… Νικ δε μπιγκ, τον λέγανε πΧια στις Αμερικές και τους Καναδάδες, προφανώς εχτιμώντας το μέγεθος της… προσωπικότητάς του. Nick the big, the smiling Greek, a stunning career in adult movies, έγραφε ένας τίτλος από μια ειδική εφημερίδα τού κλάδου του. Του κλάδου τηζ βαρΓιάς βΓιομηχανίας τού κορμιού. Και να ’ταν μόνο αυτό! Ο Νικόλας είχε στήσει δύο δικά του σάητ στο Γουέμπ. www.nickthebig.com, και το www.big-greek.com. “Hi. My name is Nick Nickou, and I alone run this site”, έγραφε στο ένα. Τιμή σου και καμάρι σου, ρε αδερφέ. Και λίγη από το δόξα σου ας αντανακλά και στην ιδΓιαίτερη πατρίδα σου, που γέννησε γκοματζάν πρωταγωνίσταρο.

Με τα πολλά, τσέκαρα και τα σάητ του, αγόρασα και ταινίες του με πιστωτική. Και -εκεί είναι που τον παραδέχτηκα!- παρακολούθησα έναν Νικόλα ντούρασελ, να κάνει τα τρελά του, με τη γνωστή εργατικότητά του. Σαν να μάζευε ροδάκινα στον Κάμπο, τα χρόνια τα παλιά. Κάτω το κεφάλι, και να γεμίζει το τελάρο. ΣπεσΧιαλιτέ του τα όργια με δώδεκα κυρίες… ο άνθρωπος ήταν μηχανή. Πολλούς άλλους άντρες δεν έβλεπες στις ταινίες του, αλλά μου το εξηγεί αυτό στο γράμμα του, που ξεκίνησα να δΓιαβάζω, το πρώτο ύστερα από χρόνια. Τραβάω μια τζούρα χυμό (από τότε που χάσαμε τον χαραμοφάη τον γέρο μου από το ποτό, κομμένα δΓια βίου το αλκοόλ), και συνεχίζω την ανάγνωση:

«— ΓΙΑΝΝΑΡΑ, ΑΔΕΡΦΕ ΜΟΥ,

Ίσως και να ’χεις μάθει τα κατορθώματά μου. Το όνειρό μου εγώ το έκανα πράξη, my brother. 1500 ταινίες, δύο websites, και ό,τι ανωμαλία βάλει ο νους σου… έχω στο ενεργητικό μου. Ασπρίσαν τα μαλλιά μου κι όλεζ μου οι τρίχες στα πλατό, ρε Γιαννάρα. Το μόνο που είχε αρχίσει να με ενοχλεί, ήταν να παίζω με άλλους άντρες στην ίδΓια σκηνή. Με φρίκαρε. Σιχαινόμουν τους άλλους άντρες. ΧώρΓια που από κατήγορος, σ’ αυτού τού είδους τα έργα, μπορεί να βρεθείς κατηγορούμενος, if you know what I mean. Eιδικά κάτι μαύρους νταγλαράδες, τελείως χαϊβάνια, απολίτιστους και άπιστους (ξέρεις εγώ, πιστεύω στην Παναγιά, κι ακόμα πάω στην εκκλησία τις ΚυρΓιακές, και κάνω ανελλιπώς τον σταυρό μου, πριν πΧιάσω δουλειά…) … ε, ειδικά τούζ blacks τούς φοβόμουνα, και έτσι σταμάτησα να παίζω με άλλους άντρες. Όλα καλά, αδερφάκι μου, κι όλα ωραία, και δε μασάω από τίποτα, και τις εξετάσειζ μου τις κάνω ταχτικά, και κατάγερος είμαι, και από λεφτά να φαν κι οι κότες, αλλά το ντέρτι δεν παλεύεται, ρε γαμώτο!
ΠΧοιο ντέρτι; Θα σου εξηγήσω.
Γρήγορα, μυρίστηκα ότι η αγορά αγαπά τα μη-συνηθιζμένα, τα όχι τυπικά, και έτσι, εδώ και δΓυο χρόνια, έβαλα μπροστά ένα πρότζεκτ με νάνους. Δηλαδή, με νανίνες. Με female dwarves, που λέμε κι εμείς εδώ. Και πάλι όλα καλά. Πώς στο δΓιάολο πήγα και στούκαρα και ερωτεύτηκα μια νανίνα, Σέριλ την λένε, τα μισά από μας χρόνια έχει; Τι κλικ έγινε στην ψυχή μου, μπορείζ να μου πεις; Για εμένα, ρε Γιαννάρα, έχουν αυτοκτονήσει γυναίκες, να ξέρεις. Τρεις. Επειδή δεν ήθελα να βγω μαζί τους μετά τη δουλειά, και το έπαιζα αυστηρός και σώνει και ντε στυγνός professional, και όχι οικειότητες και τρυφεράδες. Η τρίτη με καταράστηκε με βαρΓιά κατάρα. Και έπΧιασε, θαρρώ, η κατάρα τήζ μακαρίτισσας, και να με στο φουλ καψούρης. Με τη Σέριλ, τη νανίνα, μισή μερίδα άνθρωπο, μα για εμένα η Παναγιά μου. Να μη σου τα πολυλογώ, η Σέριλ μού το έχει ξεκόψει. Βλεπόμαστε μόνο επαγγελματικά. Μόνο στο σετ. Είναι ερωτευμένη με έναν νάνο, και ετοιμάζεται να τον παντρευτεί η βρόμα. Ρε, χρυσή την έκανα. Ρε, κλαίω για τη χαμένη –με πΧιάνεις; Το καταλαβαίνεις; Ασύλληπτο. ΖμάρΓια από γυναίκες τρέχουν ξοπίσω μου, και εγώ (μα να με μουντζώσεις δεν είμαι;) δεν έχω μάτΧια παρά μόνο για τη Σέριλ! Όνειδος, ρε μπρο. Καταστροφή. Κλείνω τις φορολογικέζ μου εκκρεμότητες με το αμερικανικό ΔημόσΧιο, κι ετοιμάζομαι να επιστρέψω, Τζονάρα! Actually, τώρα που θα δΓιαβάζεις τιζ γραμμέζ μου τούτες, ίσως και να είμαι στο τρένο…»

Δίνω μια και δίνω δΓυο, και με την τρίτη, είμαι στον Σταθμό τού τρένου. Ο παλαβός το ’πε και το έκανε! Με τον ίδΓιο κόκκινο, πολυκαιριζμένο πΧια, Αντίντας σάκο.
«— Α, ρε Νικόλα! Εσύ τελικά επέστρεψες επί τας!», του λέω, καθώς τον αγκαλιάζω.
«— Ορίστε, Γιαννάρα; Τι θεζ να πεις μ’ αυτό;»
Τίποτα. Κάτι δικά μου.

Γιάννης Γεωρ. Σημαντήρας
λίγο πριν από την ηχογράφηση του επί τας στους ραδΓιοθαλάμους τής αγγελάκη έξι (self portrait κι έτσι)

4 σχόλια:

Nick The Big είπε...

Γιαννάρα άσπρισες...

nick the peach είπε...

Γιαννάρα, 2 πράματα με συγκίνησαν στο στόρι(εκτός από τα ροδάκινα και την νανίνα),2 πράματα που έμειναν σταθερά ,άφθαρτα 1)η αμέριστη συμπαράστασή σου(ξεπροβόδιζμα αλλα και καλωσόριζμα στον σταθμό των τραίνων) και ας μην αξιώθηκα ο κάφρος να σου στείλω μια κασσετούλα τσόντας δωρεάν(αναγκάστηκες να χρησιμοποιήσεις και πιστωτική για χάρη μου)2)η άφθαρτη κόκκινη α-Ντη-ντας τσάντα...

nick the dwarflover είπε...

...από τη Σίσσυ με τις ποδάρες στη Σέριλ με τα ποδαράκια...άβυσσος η ψυχή, μαν...!

Ανώνυμος είπε...

Σκυδρωσε,αλλα τα καταφερε!

Γιανναρα,ιδΓιος ο Κυροζ Γραναζης εγινες!

mama lucy