Κυριακή, 27 Ιουλίου 2008

‘o αναγνώστης’
μια ιστορία τής Χαράς Αξούριστου,
βασιζμένη στις εδώ ιστορίες!

Α, ΣΤΟΝ ΚΟΡΑΚΑ!
Α, ΣΤΟΝ ΚΟΡΑΚΑ!
Α, ΣΤΟΝ ΚΟΡΑΚΑ!
Α, Σ-Τ-Ο-Ν Κ-Ο-Ρ-Α-Κ-Α !

Έχει πάει ήδη 4.50 τα ξημερώματα κι εγώ δεν έχω γρ
άψει ούτε λέξη!
Δεν είναι κατάσταση αυτή!
Ειλικρινά, θα αρπάξω τον υπολογιστή και θα τον ξεφορτωθώ μια και καλή, κάτω απ’ το μπαλκόνι!

Είχα διαβάσει κάποτε σ’ ένα άρθρο για το λεγόμενο μπλακάουτ των συγγραφέων, αλλά ποτέ δεν περίμενα ότι θα συμβεί σε μένα!
Πώς τολμάω; Πώς το κάνω αυτό στον εαυτό μου και τη φήμη μου; ΠΩΣ ΜΟΥ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΕΠΩ ΤΕΤΟΙΑ ΑΠΡΑΞΙΑ;
…ουφ!…
Πάει και τέλειωσε, μόνο μια λύση υπάρχει: θα μπω στο γραφείο του τη Δευτέρα και θα του το πω χωρίς περιστροφές: «Λάζαρε, έχω πρόβλημα. Η τελευταία παράγραφος με έχει διαλύσει. ΜΕ ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΕ. Κόλλησα.
Πέθανα. Καπούτ. Νιέντε. Ζίροου. Τ Ι-Π Ο-Τ Α! Βρες άλλον να σου δώσει αναγνωσιμότητες και πρωτιές στον εκδοτικό οίκο και να μας ξελασπώσει απ’ τα δάνεια. Εμένα Ξ-Ε-Χ-Α-Σ-Ε Μ-Ε!!!».

…ΣΤΟΝ ΚΟΡΑΚΑ…!

Και να πω ότι μου λείπει τίποτα;
Όλα τα έχω!
Όλα μού τα παρέχει ο καημένος ο Λάζαρος!
Το πολυτελέστατο ρετιρέ μου, της τελευταίας τεχνολογίας ηλεκτρονικές συσκευές μου, το σοφέρ μου, την καθημερινή –προσεγμένη- διατροφή μου από το εστιατόριο με τα βιολογικά χορτοφαγικά γεύματα, τα κορίτσια μου, για να ικανοποιούν τις ιδιαίτερες σαρκικές ορέξεις μου…μμμ…ΤΗΝ κοπελάρα μου…τη ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΗ…την ξεχνά κανείς αυτήν;…πώς την έλεγαν, μωρέ… πώς μου συστήθηκε την τελευταία φορά… Κίττυ… Μίσσυ… ΣΙΣΣΥ!…ναι, Σίσσυ την έλεγαν!… μμμ… Να ’ναι καλά ο Λάζαρος, ΟΛΑ μου τα παρέχει, και σ’ αυτόν ακόμα τον τομέα γαλαντόμος είναι…έψαξε, αλλά μου την βρήκε όπως ακριβώς την ήθελα… ΣΙΣΣΥ, ΣΙΣΣΥ!
…Τώρα που το σκέφτομαι, βέβαια, απ’ τη στιγμή που πάτησε το πόδι της εδώ αυτή η τσούλα, από τότε έπαθα το μπλακάουτ…χμ…πρέπει να το κοιτάξω αυτό…

…στον κόρακα…!

…Έχω κι αυτή τη μανία με το διαδίκτυο τελευταία…
Σαν σχολιαρόπαιδο κάνω! Πού να μ’ έβλεπαν οι συνεργάτες μου! Είναι, βλέπεις, που δεν είχαμε εμείς τέτοια στην εποχή μας και μου προέκυψε παράκαιρα αυτή η έντονη ενασχόληση με τον υπολογιστή… όλη μέρα στον παγκόσμιο ιστό, όλο και κάτι ψάχνω…δεν υπάρχει προϊόν που να χρησιμοποιήσω και να μην το αναζητήσω πριν στην ηλεκτρονική του διεύθυνση…ΚΟΛΟΣΣΙΑΙΟ ΚΟΛΛΗΜΑ… -χα χα χα, πόσο μου κάνει ακόμη κέφι να παίζω με τις λέξεις…- άπειρες σελίδες, κάθε είδους περιεχόμενου και αισθητικής, πότε να τις χορτάσει ένας διψασμένος για πληροφόρηση άνθρωπος σαν εμένα…
Απλόουντ, νταουνλόουντ, σάητ, μέηλ, μπλογκ, λογκ ιν, λογκ άουτ, κόπι πέηστ, σέρτς, κλικ!…νέα γλώσσα… άλλα ήθη…

Χμμ…ενδιαφέρον αυτό…
Μπλογκ με διηγήματα του «…Ιωάννη Γ. Σημαντήρα…»

Ωραίο όνομα, αρχοντικό και εύηχο, θα φάνταζε πολύ καλό τυπωμένο με γραμματοσειρά Times New Roman δεκαεξάρα…
Και τι λέει;

«…γραφομανής»…

…χμ…και τώρα που το σκέφτομαι…ίσως να μην είναι μόνο ενδιαφέρον αλλά και χρήσιμο…για να σε δούμε, κύριε Ιωάννη…

«…short story…»

…έξυπνο…τα διηγήματα πουλάνε περισσότερο στην αγορά καθώς διαβάζονται ευκολότερα…

«Εφραίμ»

…Εφραίμ; Τι μου θυμίζει αυτό το όνομα…Εφραίμ Γρηγοριάδης, ο γνωστός καθηγητής στη Θεολογική Σχολή…σ’ αυτόν έκανα το διδακτορικό…καλός άνθρωπος…ευφυέστατος…και εξαιρετικός δρομέας… πού να ’ναι τώρα, άραγε;…

«…στριφογύριζε στην φτωχική ψευτοκλίνη του…δεν πολυπετάριζε ο νους του δεξιά κι αριστερά, δεν έγερνε η σκέψη του από τη ρότα που είχε χαράξει…»

…θανατηφόρο λεξιλόγιο!….

«…είχε μάθει ν’ αδΓιαφορεί για τις στύσεις του…ερωτεύτηκε μια σκύλα καθηγήτρια εκεί, ένα -μετά συγχωρήσεως- βρομοθήλυκο, Εγγλέζα…»

…και το απαραίτητο σαρκικό στοιχείο στο διήγημα…καλόοο!…άσε που τέτοια ζητά τώρα το αναγνωστικό κοινό…δήθεν διαβάζουν λογοτεχνία, τριανταπεντάρες λαϊκάντζες, ψευτοδιανοούμενες, που το μόνο που ξέρουν είναι τα βιβλία που γίνονται σήριαλ στο Alter…τέλος πάντων…συγχύστηκα πάλι…

«…Ακούγεται να λέει, κάπως έντονα για κάπΧοιον που τον ξέρει, κάτι για την κοινωνία, όχι τη Θεία Κοινωνία, αλλά την κοινωνία των ανθρώπων, κάτι σαν “…την κοινωνία μου μέσα!”»

χαχαχα…δηκτικότατο χιούμορ…μου φαίνεται ότι ανακάλυψα φλέβα συγγραφικού χρυσού εδώ, ταλέντο ολκής…

«…Έξω από το Μοναστήρι. Μόνο που, αυτήν τη φορά, κάνει τον κύκλο τήζ Μονής. Απομακρύνεται. Έναζ δρομέας μες στη νύχτα.»

ΑΨΟΓΟ ΤΕΛΟΣ. Ο μικρός έχει κάτι που τραβάει τον αναγνώστη. Έχει μια μικρή ιδιαιτερότητα, βέβαια, στη γραφή των λέξεων…τι Χ, Γ και Ζ είναι αυτά μέσα στις λέξεις… αλλά καλά που υπάρχει και ο διορθωτής κειμένου…άσε που απ’ ό,τι βλέπω εδώ…έχει και δική του εκπομπή στο ραδιόφωνο…τα διαβάζει στον αέρα ο ίδιος, πράγμα που σημαίνει ωραία φωνή, υποκριτική ικανότητα, πολλές θαυμάστριες, υψηλές πωλήσεις…

ΛΟΙΠΟΝ, ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ!

Μου φαίνεται ότι έχω σωθεί!
Βρήκα τη λύση στο πρόβλημά μας!
Εγώ έχω κολλήσει, αλλά αυτός μπορεί να μας γλιτώσει απ’ την οικονομική καταστροφή!
ΕΝΑ ΝΕΟ, ΦΡΕΣΚΟΤΑΤΟ ΟΝΟΜΑ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ!
«Ιωάννης Γεωργ. Σημαντήρας»!
Έφτασε η ώρα σου, σωτήρα μας!
Όρτσα τα πανιά, βίρα τις άγκυρες, βγάλε μας από το τέλμα!
Ανυπομονώ να έρθει εδώ ο Λάζαρος να του το πω!
Είμαι σίγουρος ότι, μόλις ακούσει την ιδέα μου, θα ξεχάσει και το ατελείωτο μυθιστόρημά μου και τις καθυστερήσεις μου και τις δικαιολογίες μου και θα με συγχαρεί για την ιδέα μου…χώρια που μπορεί ο νέος να αναλάβει να τελειώσει ΑΥΤΟΣ την αναθεματισμένη την παράγραφο…νιώθω να του έχω απόλυτη εμπιστοσύνη να αναλάβει να τη γράψει αυτός…ο μικρός θα πάει μπροστά…εκδοτικό οίκο αποκλείεται να έχει βρει ακόμα, οπότε σαν μάννα εξ ουρανού θα του φανεί η συνεργασία με το δικό μας και, πολυγράφος καθώς δηλώνει, θα είναι και παραγωγικότατος…τα κόλπα της δημοσιότητας τα ξέρουμε κι εγώ κι ο Λάζαρος, κι απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη… ΑΣΤΕΡΙ ΘΑ ΤΟΝ ΚΑΝΟΥΜΕ ΣΤΟ ΑΨΕ ΣΒΗΣΕ! ΑΛΛΕΠΑΛΛΗΛΕΣ ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΕΙΣ, ΔΙΕΘΝΗ ΚΑΡΙΕΡΑ, ΦΩΤΟΓΡΑΦΗΣΕΙΣ, ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ, ΤΑΙΝΙΕΣ… ανυπομονώ, ανυπομονώ, ανυπομονώ να τα πω στο Λάζαρο!…

Ποιος χτυπάει, πάλι;

Ωχ! Πήγε 7.30. Το είχα ξεχάσει! Ο Λάζαρος είπε πως θα ερχόταν από δω, είχε κάτι σοβαρό να μου πει…! Ωραία, δε χρειάζεται να τρέχω να τον βρίσκω στο γραφείο του, θα του ανακοινώσω την ανακάλυψή μου τώρα, ευκαιρία είναι…

— Πέρνα, Λάζαρε, έχω κι εγώ κάτι να σου πω… ΜΑ ΤΙ ΣΤΟΝ ΚΟΡΑΚ…!!!

ΜΠΑΜ!

Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2008

oι Lost Bodies ηχογράφησαν τον ‘Εφραίμ’!

ΜΙΑ ΣΠΑΝΙΑ ΡΑΔΓΙΟΦΩΝΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ έχουν την ευκαιρία να απολαμβάνουν οι ακροατές τής εκπομπής ‘δΓιαμάντΓια, στον 95,8FM τής ΕΡΤ3: την εκδοχή των Λοστ Μπόντις στο διηγηματάκι μου ‘Εφραίμ’!

Ο Θάνος LB δΓιαβάζει/αφηγείται την ιστορία τού παπαΕφραίμη, με το σύνηθες παραστατικό, υποβλητικό ύφος του, ενώ από πίσω παίζουν ...ηλεκτρονικιζμοί υπό τύπον πειραματικών ασκήσεων με ολίγη μελωδικότητα του έτερου Χαμένου Κορμιού, Αντώνη. O ‘Εφραίμ’ σε κειμενική μορφή υπάρχει δημοσΧιευμένος από τις 28 Μαΐου 2008 στο παρόν μπλογκ, και συγκεκριμένα στο λίνκι: www.simandiras.blogspot.com/2008/05/short-story.html.

Όταν πρωταρχίσαμε … πότε ήταν; αρχές τού Μάη; … το κόνσεπτ των short stories στα ‘δΓιαμάντΓια’, στο ραδΓιόφωνο, αλλά και στο νέο, σόλο, μπλογκ, είχαμε πει στον αέρα, σφήνα, σε ανύποπτο χρόνο, ότι όλο το μυστικό και όλη η κρυφή χάρη τής υπόθεσης είναι το ότι αφήνει παράθυρα για συνεργασίες, ζυμώσεις, αλληλεπιδράσεις… θα μπορούσε να κυκλοφορήσουν εν καιρώ οι ιστορίες σε συμβατικό βιβλίο ή σε audio book… θα μπορούσαν να τις πάρουν φίλοι μουσικοί, και να τιζ δΓιαβάσουν, να τιζ δΓιασκευάσουν, να τις ηχογραφήσουν, να τις πιτσιλίσουν με δικούς τους ήχους… και έρχονται τώρα οι Λοστ Μπόντις, πρώτοι (και μακάρι να ακολουθήσουν κι άλλοι), να προσφέρουν ένα δείγμα πρακτικό τού τι εννοούσαμε, όταν λέγαμε ότι το κόνσεπτ των ιστοριών αφήνει κενό χώρο για προεκτάσεις.
Όταν πρότεινα στον Θάνο να δουλέψει πάνω σε μια ιστορία (και τον κατεύθυνα ειδικά προς τον ‘Εφραίμ’, και συμφώνησε με τη μία ότι τού πάει το κείμενο), ο Θάνος δέχτηκε αμέσως. Έκτοτε, αν ανταλλάξαμε κανα μέηλ και καμιά κουβέντα στο τηλέφωνο. Δεν χρειάζεται να ζαλίζεις τους ανθρώπους που σου εμπνέουν εμπιστοσύνη.

Οι ευχαριστίες, όπως και τα συγχαρητήρια για το αποτέλεζμα, είναι δεδομένα προς τουζ Lost Bodies. Kαι εκ βάθους ψυχής! Λεζ να συμπεριληφθεί ο ‘Εφραίμ’ σε μελλοντική κυκλοφορία των Χαμένων Κορμιών;

Γιάννης Γ. Σημαντήρας

για την ώρα, δεν υπάρχει σκέψη, τουλάχιστον από τη δική μου πλευρά, να ποσταριστεί το ηχητικό τού ‘Εφραίμ’ πουθενά. θα μεταδίδεται, πού και πού, από την εκπομπή και μόνο.

στη φωτογραφία τού νάσου αβδαρμάνη από το έιτμπολ στη θεσσαλονίκη, ο παπαεφραίμης το παίζει ζωσιμάς, πλάι στον θάνο.

Κυριακή, 20 Ιουλίου 2008

last story for this summer

ΘΑ ΕΙΝΑΙ η τελευταία ιστορία. Τουλάχιστον για την καλοκαιρνή περίοδο (μη σιχαινόμαστε τα αίματα των κοριτσΧιών μας). Ραντεβού τον Σεπτέμβρη; Μμμμ, θα δείξει. Θα μεταδοθεί η τελευταία ιστοριούλα μας για το φετινό καλοκαίρι τα μεσάνυχτα τηζ Δευτέρας 21 Ιουλίου 2008. Θα πρόκειται για ένα δΓιαφορετικό κόνσεπτ, αφιερωμένο στους πολύ κοντινούς τής εκπομπής. Και εμπνευζμένο από τις κοντινές φίλες και τους κοντινούς φίλους τής εκπομπής.
Κατεξαίρεσιν, η ιστορία θα ποσταριστεί στο www.diamonds958fm.net. Aμέσωζ μετά από τη μετάδοσή της στον ενενηνταπέντε-κι-οχτώ τής ΕλληνικήςΡαδΓιοφωνίαςΤηλεόρασηςΤρία.

Οι ιστορίες ξεκίνησαν να γράφονται πολύ αυθόρμητα. Μες στο κεφάλι μου πρώτα. Κι αργότερα να καταγράφονται στον Υπολογιστή. Να ηχογραφούνται και να μεταδίδονται ηχογραφημένες στο ράδΓιο, στα δΓιαμάντΓια. Και να δημοσΧιεύονται, σχεδόν όλες, εδώ. Ελάχιστες αναγκάστηκα να τιζ γεννήσω, μόνο για να δΓιατηρείται το μοτίβο τής δευτερΓιάτικης ιστορίας στον 95,8. Οι περσότερες μού κατέβηκαν σχεδόν μόνες τους. Έτσι, αποφάσισα να τις ασούμε κεντήσω και δευτεροεπεξεργαστώ όσο γίνεται λιγότερο.

Έμαθα αρκετά νέα πράματα (πώς την γλιτώνει κανείς αυτή τη λέξη;) γράφοντας και ηχογραφώντας τις ιστορίες. Για τη συγγραφή. Για το editing ενός κειμένου. Για την ερμηνεία ενός κειμένου στο ράδΓιο και λίγο και για τη σκηνοθεσία του. Για την ηχογράφηση φωνής και στοιχειωδών εφέ. Για το editing ενός αρχείου ήχου. Όλοι οι ηχολήπτες, με τους οποίους συνεργάστηκα, δούλεψαν με υποδειγματική υπομονή. Και με ενθουσΧιαζμό (ενός ακροατή που γουστάρει αυτό που ακούει). Τους ευχαριστώ για την αλληλεπίδραση και τη συνδημιουργία. Όπως ευχαριστώ και κάθε ακροατή τού 95,8, που επένδυσε τον χρόνο του στο να ακούσει με παρατηρητικότητα τις ιστορίες (και στο να εκφράσει τη γνώμη του).

Πριν γίνω περσότερο μελοδραμάτικους, την κάνω από το παρόν ποστ.

See you soon in some other cartoon,

Γιάννης Σημαντήρας

στη φωτό τού νάσου αβδαρμάνη: στιγμιότυπο από την ηχογράφηση της ιστορίας στο edit studio τής αγγελάκη-δεκατέσσερα, με ηχολήπτη τον δημήτρη σάτκα, και ενώ έχει κάνει ένα πρώτο σέτινγκ στο μικρόφωνο και τα ακουστικά ο αποστόλης κοζμόγλου. nassos galleries here: on-photography.blogspot.com.

Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2008

my trial

Το my trial (κατα)γράφτηκε (γιατί, ως ιδέα, προϋπήρχε μήνες στο μυαλό) και γράφτηκε (ηχογραφήθηκε) ανάμεσα σε τηλεφωνικές συνεντεύξεις με τον Τζίνο Κούλτουρ Σοκ, εκδρομές πατ-κιουτ στη Βλάστη για το λάηβ των ΚΣ, οικιακές ανακαινίσεις πλακιδίων στο μπάνιο, και γενικά ένα πυκνό και τρελαμένο προσωπικό πρόγραμμα. Πάντα το παρασκήνιο έχει τη σημασία του, ε; Την ηχογράφηση και την τεχνική επεξεργασία τού διηγήματος έκανε ο Δημήτρης Σάτκας στο production τού ενενηνταπέντε-κι-οχτώ, στην Αγγελάκη έξι. Η ιστορία θα μεταδοθεί μεσάνυχτα Δευτέρας14Ιουλίου08. Αμέσως μετά τον αεριζμό της, θα αναρτηθεί εδώ.

Στο τέλος-τέλος τής ιστορίας, προβληματίστηκα πάρα πολύ αν θα έπρεπε να προσθέσω (και τελικά δεν την εκφώνησα στο μικρόφωνο) τη φράση: (Όπερ και εγένετο). Έτσι. Μέσα σε παρένθεση. ΌπΧοιος θέλει ας την κοτσάρει στο/για φινάλε τής γραπτής μορφής τής ιστορίας.


Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ μουσικόφιλος νεκροθάφτης.
Τώρα, τι από τα δύο υπερισχύει; Το «μουσικόφιλος» ή το «νεκροθάφτης»; Κοιτάξτε, νεκροθάφτης δεν θα γινόταν, αν δεν ήταν νεκροθάφτης ο μπαμπάς του, που κι ο μπαμπάς του γι’ αυτό γίνηκε νεκροθάφτης, επειδή ο δικός του o μπαμπάς, ο παππούς τού Γιώργου, νεκροθάφτης ήτανε. Αλλά από κάπου έπρεπε να βγάλει τα προς το ζην. Ακόμα κι από τον θάνατο των άλλων; Ακόμα κι από τον θάνατο των άλλων. Απαιτήσεις δεν είχε πολλές. Του αρκούσε να τρώει (λιτοδίαιτα) και να αγοράζει δίσκους (κυρίως μέσω Ίντερνετ, με πιστωτικές). Τις αγορές ρούχων τις είχε περΓιορίσει δραματικά· είχε μάθει στα μαύρα, λόγω δουλειάς. Τα κορακί είχαν γίνει δεύτερη πέτσα του.

Ο νεκροθάφτηζ μας, o μουσικόφιλος νεκροθάφτηζ μας, έχει πατήσει τα 45. Οι κυρίες, οι έχουσες γνώση κυρίες λένε είναι ότι αυτή είναι μια ιδανική ηλικία για έναν άντρα. Και οι άντρες το ίδΓιο λένε. Μέσα τους, ωστόσο, αρχίζουν και τρομάζουν, καθώς αγναντεύουν το φινάλε, από όλο και πΧιο κοντινή απόσταση. Πόσο μάλλον ένας νεκροθάφτης, που έχει δει, ζήσει, πολλά φινάλε ζωών.

Πίσω από τις βαρΓιές, μαυριδερές κουρτίνες τού γραφείου Τελετών του, ‘η Γαλήνη’, ο Γιώργος έχει τον μικρόκοζμό του: τη σιντοθήκη του και τις αφίσες, τις εικόνες και τα περΓιοδικά του. Χιλιάδες σιντί, επιμελέστατα ταχτοποιημένα, απολύτως αλφαβητικά, σε σχέση με το πρώτο γράμμα τού επιθέτου. Αναμνηστικά. Η μπαγκέτα τού ντράμερ τής Patti Smith, από τις συναυλίες της στην Ελλάδα το 1999. Η πένα τού κιθαρίστα των Μercury Rev. Κι άλλα τέτΧοια. Όταν βραδΓιάζει και είναι νυχτερινός, ο Γιώργος τραβάει τις κουρτίνες, κι αυτόματα αφήνει τη θανατίλα απόξω, μπαίνοντας στον κόζμο τήζ μουσικής. Τηζ μουσικής του. Το ίδΓιο κάνει και σήμερα. Περαζμένες δύο μετά τα μεσάνυχτα. Τι τον έχει πΧιάσει και θυμήθηκε τα παλιά τού Κέηβ; Τι του ήρθε και έβγαλε από τα ράφΧια αυτό το ‘Your Funeral… My Trial’; Είχε φτάσει μέχρι τη μέση τού άλμπουμ, όταν δέχτηκε ένα τηλεφώνημα. Το καθήκον τον καλούσε. Γυναίκα. 39 ετών. Τροχαίο.

Σε χρόνο ρεκόρ, Αύγουστος ήταν και λείπαν όλοι, έφτασε στην Παπάφη, στην οικία τής σχωρεμένης. Κι αυτός που δεν είχε πΧιο μεγάλη ρουτίνα από το να βλέπει πεθαμένους, κοντοστάθηκε έκπληκτος μπροστά στο νεκροκρέβατο. «Τι συμβαίνει;» τον ρώτησε ο άντρας τήζ νεκρής. «Τίποτα… τα θερμά συλλυπητήριά μου» αποκρίθηκε ο Γιω βΓιαστικά. Τον άντρα τήζ μακαρίτισσας πρώτη φορά τον έβλεπε. Αλλά ήξερε τον προηγούμενο άντρα της, γιατί προφανώς η αποδημήσασα είχε δευτεροπαντρευτεί. Τουλάχιστον αυτήν την εικασία έκανε ο Γιώργος, καθώς την έντυνε, ό,τι είχε απομείνει από δαύτηνε... τα πόδΓια της, αυτά που άλλοτε άνοιγε για χάρη του, ήταν στραπατσαριζμένα από το δυστύχημα. Ο Γιώργος και η τερματίσασα είχαν σφοδρή και θυελλώδη ερωτική περιπέτεια δέκα χρόνια πριν. Ληγμένη άδοξα. Κανείς από τουζ δΓυο τους δεν ανέλαβε να πει το τελικό «αντίο» στον άλλον, μα ο χωριζμός ήρθε. Πικρός, στυφός, γεμάτος πόνο, πληγωμένα εγώ, φριχτούς καβγάδες κι ανείπωτες συγκρούσεις και τρικυμία στα μυαλά τους. Οργή και δΓιάθεση για εκδίκηση είχαν κατακυριέψει τον νου τού θάφτη μας. Και θάφτη ‘της’. Ονειρευόταν τη μέρα, που γονατιστή θα τον ικέτευε να ξαναζμίξουν. Τι θα της έλεγε τότε; Δεν ήξερε. Δεν είχε ιδέα.

Νέα της είχε να μάθει ουσΧιαστικά από τότε. Από δέκα χρόνια πριν. Μια φορά μόνο την είχε δει (κι αυτήν από μακριά) σε μια συναυλία τού Αγγελάκα στη Μονή Λαζαριστών, πέντε χρόνια πριν. Συνοδευόμενη από τον άντρα της, τον τότε άντρα της.

Επαγγελματιζμός, συνέπεια, αξΧιοπιστία: το τρίπτυχο του Γραφείου Τελετών ‘η Γαλήνη’, με το οποίο και δΓιαφημιζόταν διακριτικά στις εφημερίδες. Τελευταία και στο Γουέμπ. Με θαυμαστή επαγγελματικότητα και με κρύο αίμα, την έντυσε, αποφεύγοντας περιττές κινήσεις που θα μπορούσαν να θεωρηθούν χάδΓια και τρυφερότητες. Και, όχι, δεν ήταν δάκρυ αυτό που πήγε να κυλήσει από το μάτι. Η μύτη του έτρεξε και έσπευσε να ρουφήξει μια μυξούλα προς τα μέσα.

Στην εκκλησία, η τελετή ήταν σύντομη και λιτή. Απέφυγε τα βλέμματα των κοινών γνωστών, αν και η επίμονη, βουρκωμένη, ματΧιά μιας φίλης τους τον τόξευε κατάματα συνεχώς. Τι θέλει τώρα κι αυτή; Αφού είχαν τελειώσει όλα προπολλού. Πριν πεθάνει η Άλλη, ήταν ήδη νεκρή για τον Γιώργο. Μα όσο και να προσπάθησε να συγκρατήσει τη σκέψη του, δεν τα κατάφερε, κι αυτή άρχισε να του φτερουγίζει στα παλιά. Στιζ νύχτες που έμενε ξάγρυπνος, κλαμένος, κοιτώντας το ταβάνι. Στα πρωινά του, που άρχιζαν με ένα μπουκάλι κρασί, λίγο πριν χωρίσουν. Στα χαμόγελά της. Στους οργαζμούς της μαζί του.

«Αιωνία η μνήμη» φαλτσάρει έναζ βραχνός παπάς. Σε λίγο, το απόσπαζμα, η κουστωδία, παίρνει τον δρόμο προς το μνήμα. Και όλα ακολουθούν το τυπικό. Διστάζει ο Γιώργος να ρίξει την πρώτη δική του φτΧυαρΓιά, αλλά πετρώνει την καρδΓιά του, και το κάνει. Επαγγελματιζμός. Συνέπεια. ΑξΧιοπιστία. Είπαμε.

ΒράδΓιασε και φύγαν όλοι από τα νεκροταφεία. Μόνος έναζ Γιώργος κάθεται σκυφτός και βουβός πάνω από το μνήμα. Σαν παγωμένος μες στο καλοκαιρινό σούρουπο. Σκέψεις-βολίδες δΓιατρέχουν το κεφάλι του και το πυρπολούν. Μία σκέψη: να ξεσκάψει το χώμα, και να την αγκαλιάσει, να την χορτάσει. Σκέψη δύο: να την αρπάξει από το κιβούρι, και να την ταριχεύσει. Έτσι, θα την έχει για πάντα δική του. Θα βρει κάπΧοια μυστική κρύπτη να την βάλει. Σκέψη τρίτη και φαρμακερή: να φτύσει με σιχαμάρα πάνω από τον τάφο της, να κατουρήσει με μανία το μνήμα της, όπως αυτή τον πότισε φαρμάκια και πόνο.

Γιάννης Γεωρ. Σημαντήρας

Σάββατο, 5 Ιουλίου 2008

ο ντομάτας

ΗΤΑΝ Η ΕΠΟΧΗ, ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΕΤΡΩΓΑ ΠΟΛΛΕΣ ΝΤΟΜΑΤΕΣ. ΗΤΑΝ Η ΕΠΟΧΗ, ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΕΤΡΩΓΑ ΞΑΝΑ ΠΟΛΛΕΣ ΝΤΟΜΑΤΕΣ… ΓΙΑΤΙ, ΑΠΟ ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΘΥΜΑΜΑΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ, ΕΤΡΩΓΑ ΝΤΟΜΑΤΕΣ.
Για ένα δΓιάστημα μόνο, τις είχα περΓιορίσει, επειδή δεν έβρισκα πουθενά ντομάτες με γεύση ντομάτας. Άνοστες ντομάτες, σαν να ήταν φτΧιαγμένες από κόκκινο μαλακό πλαστικό είχαν κατακλύσει όλη την αγορά. Απογοητευμένος, το είχα ρίξει τότε στουζ ντοματοπελτέδες. Αγόραζα αρκετούς πολτούς ντομάτας, και τους τσάκιζα αλύπητα με ελαιόλαδο και με βαλσάμικο ξύδι. Και ψωμοτύρι.
Αλλά τα πράγματα γύρισαν -να πω «σαν από θαύμα;»- και επανεμφανίστηκαν ντομάτες ντοματένιες. Ντομάτες με ντοματένια ουσία. Ντομάτες τσαμπί. Όχι ότι όλες οι ντομάτες τσαμπί ήταν του γούστου μου. Αλλά μια ποικιλία από ντομάτες τσαμπί, που τις ξεχώριζα από το δΓιακριτικό αυτοκολλητάκι τους -όπως τους βαθμοφόρους στρατΧιωτικούς από τα αστέρΓια στη στολή- αποδείχτηκε πολύ τεφαρίκι! Ζουμερή. Μυρουδάτη. Αφράτη. Με άρωμα και γεύση ντομάτας. Και χωρίζ να είναι σκληρόφλουδη, οπότε δεν απαιτούσε και να τις πολυμασάω.
Δεν τις είχαν όλοι αυτές τιζ ντομάτες. Τις είχε μόνο ο Μασούτης, ο Α-Β Βασιλόπουλος και ο Βερόπουλος. Και πάλι, όχι όλα τα καταστήματα αυτών των αλυσίδων σουπερμάρκετ. Κι ένα μανάβικο στην Ολύμπου, που, όμως, δΓιαπίστωσα γρήγορα ότι, παρόλο που τις στόκαρε σταθερά και επαρκώς, τις είχε σε διπλάσΧια τιμή από τους υπόλοιπους, σχεδόν τρία ευρώ το κιλό. Κι έτσι, το είχα μόνο για ώρα ανάγκης. Για να μην ξεμένω από ντομάτες. Γιατί το ψυγείο μου είχε πάντα τρία-τέσσερα τσαμπΓιά ντομάτες, από την ποικιλία, ας την πούμε, Ζολί.

Στον Μασούτη ήταν που τον πρωτοείδα. Δούλευε στα οπωρολαχανικά. Βαρύς τύπος. Όταν έλεγε «παρακαλώ» στο «ευχαριστώ» σου, αφού είχε ζυγίσει τιζ Ζολί, το έλεγε μέσα από τα δόντΓια του. Πραχτικά, δεν ακουγόταν. ΚαμπούρΓιαζε, έγερνε προς τα μπροστά. Ψηλός, ξερακιανός, κοντό και λιγοστό μαλλί, που είχε αρχίσει να ασπρίζει, άσπρο πάντα και το πουκάμισο, και μπλουτζίν στάνταρ και γκαραντί. Σε εξυπηρετούσε παντα στα πεταχτά, σαν για να ξεμπερδεύει από την υποχρέωση, και έσπευδε να απομακρυνθεί από τα φρουτολαχανικά, σαν να τα είχε σιχαθεί. (Να έτρωγε άραγε ντομάτες αυτός ο υπάλληλος του Μασούτη τής Αγίου Δημητρίου;) Το ξέρω, μπορεί να είναι έτσι με όλους, αλλά δεν αποκλείω να έχει προσωπικά με μένα… μπορεί να έχει ακούσει την εκπομπή μου στο ράδΓιο, και να με αντιπάθησε από αυτήν, και να μου φέρεται έτσι, για να δείξει την απέχθειά του προς το πρόσωπό μου… ούτε ματΧιά δεν μου ρίχνει. Με ενοχλεί η συμπεριφορά του, και τον αποφεύγω. Έμαθα κι εγώ τον κωδικό τήζ ντομάτας Ζολί στον συγκεκριμένο Μασούτη, 003 είναι ο κωδικός, και όποτε έχει βάρδΓια, τον πληκτρολογώ μόνοζ μου στη ζυγαρΓιά την ηλεκτρονική, και ξενοιάζω.

ΚάπΧοια περίοδο, το πρόγραμμά μου είχε αλλάξει, με αποτέλεζμα να περνάω από τον Μασούτη αργά το απόγεμα, και δεν έβρισκα ούτε ντομάτεζ Ζολί ούτε τον κοκαλιάρη, εκνευριστικό υπάλληλο. Δεν είχε ντομάτες το μαγαζί. Δεν είχε βάρδΓια ο Ηλίας. Ας τον ονομάσουμε Ηλία, για να του δώσουμε ένα όνομα -κατά απόλυτη σύμβαση-, γιατί μέσα μου τον έλεγα κάπως υβριστικά. Ήταν τότε που αναγκάστηκα να ψωνίζω από τον Βασιλόπουλο της Τούμπας. Ένα απόγεμα, είμαι εκεί, Βασιλόπουλο Τούμπας, και ετοιμάζομαι να ζυγίσω τιζ ντομάτες τσαμπί Ζολί. Τις απιθώνω στη ζυγαρΓιά, και αμέσως με πΧιάνει τρεμούλα, καθώς αισθάνομαι την αύρα τού Ηλία να με περικυκλώνει. Φτηνό άρωμα, σαν Αξ, ανακατεμένο με εαρκοντισΧιονίλα… Προσπάθησα να μην δείξω την ταραχή μου. Τον ευχαρίστησα. Πάλι το ίδΓιο τροπάρι. Ένα ξεψυχιζμένο «να ’στε καλά», που το είπε με το ζόρι, σαν να είχαν ασελγήσει πάνω του ελέφαντες και ταύροι. Α, δεν θα με τρελάνει εμένα αυτό το καθίκι ο Ηλίας! Δεν θα παίζει με τα νεύρα μου. Μπορεί και να παραείδα βέβαια. Μπορεί και να μην ήταν ο Ηλίας. Όχι, όχι! Ήταν σίγουρα ο Ηλίας. Μόνο αυτός συμπεριφέρεται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Μπορώ να τον ξεχωρίσω, όπωζ μπορώ να ξεχωρίσω τιζ ντομάτες Ζολί και τα απόκρυφα τηζ γυναίκας μου.

Κόβω και τον Βασιλόπουλο. Και λέω «θ’ αρχίσω να ψωνίζω από τον Βερόπουλο τηζ γειτονιάζ μου». Εκεί ανακουφίστηκα. Πήγαινα το πρωί, και πάντα έβρισκα Ζολί. Και όχι Ηλία. Κάποτε (πώς στα τσακίδΓια μού έκατσε; πώζ με βόλεψε;), πέρασα από Βερό μεσημεράκι. Πήρα πέντε τσαμπΓιά Ζολί, και πάω να τα ακουμπήσω πάνω στη ζυγαρΓιά αμέριμνος. Έτοιμος να καλαμπουρίσω και με μια πρόσχαρη μεσηλικίνα, που φαινόταν να το λέει η καρδΓιά της με τους άντρες… Την πήγαινα πολύ. Το αίμα άρχισε να χτυπάει με τραντάγματα στις φλέβεζ μου, όταν αντίκρισα την καμπούρα και το λευκό πουκάμισο της ψηλόλιγνης φιγούρας του λεγόμενου Ηλία. Πήρε τιζ ντομάτες, χωρίζ να σηκώσει το βλέμμα του προς τα μένα, τιζ ζύγισε ζβέλτα, αλλά χωρίζ να τις ζουλήξει ή να τις πληγώσει, και με την ίδΓια, γνώριμη, επιδέξια κίνησή του τις έβαλε, ρουτινιάρικα, στη χαρτοσακούλα, και μου τις έτεινε με ένα ξέπνοο: «ορίστε». Ευχαρίστηκα και γκάζωσα να την κάνω, αποφεύγοντας τα κρύα, βλοσυρά και μηδενικών ντεσιμπέλ «να ’στε καλά» του.

Κομμένος κι ο Βερόπουλος, Ηλία. Παζ να με στείλεις στο τρελάδικο, ρε παίχτουλα; Και θα σου κάνω το χατίρι; Θα σε αφήσω να με λωλάνεις; Όχι, δικέ μου. Δεν θα σου περάσει. Δεν ξέρω πώς τα καταφέρνεις και με ακολουθείς κατά πόδας. Με παρακολουθείς, ρε; Και πώς σε προζλαμβάνει κάθε φορά και άλλος Όμιλος Σουπερμάρκετ; Ή μήπως είναι κι οι σουπερμαρκετατζήδες στο κόλπο; Μήπως με κυνηγάν τα συμφέροντα; Μήπως είσαι πΧιόνι τού κεφαλαίου; Όργανο της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών; Τι δΓιάλο συμβαίνει, Ηλία; Τι δΓιάλο ΜΟΥ συμβαίνει, Ηλία;

Δεν μου έμειναν και πολλές επιλογές. Μία μονάχα. Όλοι οι δρόμοι βγάζουν στο μανάβικο στην Ολύμπου. Το είχε παλιά ένας καλόγνωμος γεράκος με τα δΓυο αγόρΓια του. Είχε χάσει τη γυναίκα του, και όλο την θρηνούσε στα κρυφά. Αλλά ήταν κιμπάρης. Και συνεννοήσιμος. Τώρα, το πήραν δύο άλλα αδέρφΧια ΠΑΟΚτσήδες, που όλο ακούν αθλητικά ραδΓιόφωνα για την ομάδα τους, και όλο αντιδικούν φωνακλάδικα με τους πελάτες για την ΠΑΟΚάρα. Δυσφορία με πΧιάνει κι εκεί. Η παοκτσίδικη κουλτούρα δεν είναι ακριβώς η προτίμησή μου. Αλλά η μάνα τους είναι ευγενική και χαμογελαστή. Πού και πού, μου κάνει κι έκπτωση. Μου «κόβει» τρία λεπτά τού ευρώ. Κάποτε, όταν ήπια της παραπονέθηκα για την τιμή των Ζολί, σε μια χειρονομία αβερτοσύνης και γενναιοδωρίας, μου έκοψε πέντε ολόκληρα λεπτά από τον λογαρΓιαζμό. Μη συζητάς. Θα φαλιρίσει ολόκληρος ο ΠΑΟΚ. Ας είναι. Ψιλοβολεύτηκα με την οικογένεια ΠΑΟΚ. Τρία ευρώ το κιλό οι ντομάτες; Τρία ευρώ. Τι να κάνουμε; Από το να βλέπω τα μούτρα τού Ηλία, χίλιες φορές να πληρώνω κάτι παραπάνω.

Χτες, πέρασα από το μανάβικο στην Ολύμπου να πάρω τη δόση μου. Από ντοματίνη και από ΠΑΟΚ. Κόζμος μαζεμένος απόξω. Τι έγινε, ρε παιδΓιά; «Μην τα ρωτάς, αγόρι μου!» μου λέει έντρομη μια καλοκάγαθη, μαυροφορεμένη γιαγιούλα. «Τουζ δολοφόνησαν όλους τους, παιδί μου… όλη την οικογένεια. Τουζ μπούκωσαν και τους έπνιξαν με ντομάτες…»
Ξεροκαταπίνω και στρίβω. Κάτι δεν μου πάει καλά στην όλη ιστορία.

Ένα μήνα αργότερα, περνάω από το σημείο. Το μανάβικο έχει ξανανοίξει! ‘Το Μποστάνι’. Έτσι το λέγανε παλιά. Χωρίζ να το θέλω, το βλέμμα μου καρφώνεται πρώτα σε ένα λευκό πουκάμισο που απομακρύνεται στο εσωτερικό τού μαγαζΓιού, κι ύστερα στην ταμπέλα του, στη νέα ταμπέλα του:
‘Οπωροπωλείον ο Ηλίας’.

Γιάννης Γεωρ. Σημαντήρας

στη φωτό (μου): ένα πουκάμισο (όχι τού Ηλία Ντομάτα) // εσκεμμένη η χρονική ανακολουθία στις τελευταίες δύο παραγράφους, για να αποδοθεί η συγκεχυμένη έννοια του χρόνου, από την οποία πάσχει ο αφηγητής

new story. monday07july08, at midnight, on 95,8FM.

Θα έχει (ημι)τσόντα; Πρωτοπρόσωπη αφήγηση; Θα παίξει ο Τέπης Μαχτές; Φευγαλέα εμφάνιση από τη Σίσσυ; Θα ...άπτεται (πΧιο ψαρώτικους ρήμα δεν έχει! σαν το άπτομαι δεν έχει!) τηζ μουσικής;

Όλες οι απαντήσεις, τα μεσάνυχτα της Δευτέρας 07 Ιουλίου 2008. Στον 95,8.

(μια από τις τελευταίες ιστορίεζ μας, πριν την κάνουμε με άδΓεια).

Γ.

Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2008

δωρική λιτότης: μύθος τού κερατά

Ή ταν ή επί τας
Ω ξείν’, αγγέλλειν Λακεδαιμονίοις, ότι τήδε κείμεθα, τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι
Άμες δε γ’ εσόμεθα πολλώ κάρρονες...
(και πΧοιος ξέρει πόσα ακόμα):

Τελικά, μήπως αυτοί οι ΣπαρτΧιάτες ήταν φλύαροι;

Γ.Σ.